«Να το μήνυμα που θα πας στον Σαμαήλ», είπε παγερά. «Για κάθε θάνατο που προκάλεσε από τότε που ξύπνησε, τον κατηγορώ και θα λογοδοτήσει. Για κάθε έγκλημα που έκανε ή προκάλεσε, τον κατηγορώ και θα λογοδοτήσει. Ξέφυγε από τη δικαιοσύνη στο Ρορν Μ’ντόι, και στο Νολ Καϊμάιν και στη Σοχάντρα...» Ήταν πάλι αναμνήσεις του Λουζ Θέριν, μα η οδύνη για όσα είχαν συμβεί εκεί, η αγωνία για εκείνα που είχαν αντικρίσει τα μάτια του Λουζ Θέριν, έκαιγαν στο Κενό σαν να ήταν κάτι που ένιωθε ο Ραντ. «...Μα τώρα θα φροντίσω να αποδοθεί δικαιοσύνη. Πες του, καμία εκεχειρία με τους Αποδιωγμένους. Καμία εκεχειρία με τη Σκιά».
Ο μαντατοφόρος σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του να σκουπίσει τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Όχι, δεν ήταν ιδρώτας. Το χέρι χαμήλωσε κατακόκκινο. Άλικες σταγόνες στάλαζαν από τους πόρους του κι έτρεμε από την κορφή ως τα νύχια. Ο Χάμαντ άφησε μια κοφτή κραυγή κι οπισθοχώρησε, και δεν ήταν ο μόνος. Ο Μπασίρε έσιαξε το μουστάκι του με μια γκριμάτσα, ακόμα κι οι Αελίτες κοίταζαν με το βλέμμα στυλωμένο. Βαμμένος στο κόκκινο, ο Ιλιανός σωριάστηκε με σπασμούς, ενώ το αίμα απλώθηκε τριγύρω του σχηματίζοντας μια σκοτεινή, γυαλιστερή λίμνη που την τάραζαν οι σπασμοί του.
Ο Ραντ τον παρακολούθησε να πεθαίνει, ενώ ο ίδιος ήταν θαμμένος βαθιά στο Κενό και δεν ένιωθε τίποτα. Το Κενό περιτείχιζε τα συναισθήματα κι εν πάση περιπτώσει δεν υπήρχε κάτι που μπορούσε να κάνει. Ακόμα κι αν γνώριζε Θεραπεία, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να το εμποδίσει.
«Νομίζω», είπε αργά ο Μπασίρε, «ότι ίσως ο Σαμαήλ λάβει απάντηση όταν ο φιλαράκος δεν επιστρέψει. Άκουσα ότι σκοτώνουν τον αγγελιοφόρο που φέρνει άσχημα νέα, αλλά ποτέ να τον σκοτώνουν για να σου πουν ότι τα νέα ήταν άσχημα».
Ο Ραντ ένευσε. Ο θάνατος αυτός δεν άλλαζε τίποτα· όπως και δεν είχε αλλάξει τίποτα μ’ όσα είχε μάθει για την Τιγκραίν. «Βάλε κάποιον να κανονίσει την ταφή του. Δεν θα ’βλάπτε και καμία προσευχή, αν και δεν θα βοηθούσε». Γιατί, άραγε, αυτές οι βασίλισσες στα χρωματιστά παράθυρά τους ακόμα έμοιαζαν να τον κατηγορούν; Σίγουρα είχαν δει τέτοια άσχημα πράγματα όταν ζούσαν, ίσως και στην ίδια αίθουσα. Ακόμα μπορούσε να δείξει την κατεύθυνση όπου ήταν η Αλάνα, να τη νιώσει· το Κενό δεν του πρόσφερε ασπίδα. Μπορούσε να εμπιστευτεί την Εγκουέν; Η κοπέλα ήξερε να κρατά μυστικά. «Ίσως περάσω τη νύχτα στην Καιρχίν».
«Παράξενο τέλος για έναν παράξενο άνθρωπο», είπε η Αβιέντα, καθώς έκανε το γύρο του βάθρου. Πίσω από το βάθρο υπήρχαν μικρές πόρτες που οδηγούσαν σε αποδυτήρια κι από κει πιο πέρα στους διαδρόμους.
Ο Ραντ έκανε να μπει ανάμεσα στην Αβιέντα και σ’ αυτό που κειτόταν στα ερυθρόλευκα πλακάκια, αλλά σταμάτησε. Η Αβιέντα έριξε μια περίεργη ματιά και δεν έδωσε άλλη σημασία στο πτώμα. Όταν ήταν Κόρη της Λόγχης, σίγουρα είχε δει να πεθαίνουν όσους άνδρες είχε δει κι αυτός. Κι όταν πια είχε εγκαταλείψει τη λόγχη, μάλλον είχε σκοτώσει όσους άνδρες είχε δει αυτός ως τότε να πεθαίνουν.
Έστρεψε την προσοχή της πάνω του, κοιτώντας τον από πάνω ως κάτω για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε τραυματιστεί. Κάποιες Κόρες τής χαμογέλασαν κι άνοιξαν χώρο για να πλησιάσει τον Ραντ, σπρώχνοντας στην άκρη όπου χρειαζόταν τις Κόκκινες Ασπίδες, αλλά εκείνη έμεινε εκεί που ήταν, σιάζοντας το επώμιό της και παρατηρώντας τον. Ευτυχώς που, παρά τη γνώμη που είχαν οι Κόρες, η Αβιέντα έμενε κοντά του μόνο και μόνο επειδή της το είχαν πει οι Σοφές, για να τον κατασκοπεύει, επειδή μέσα του ήθελε να την αγκαλιάσει. Ευτυχώς που εκείνη δεν τον ήθελε. Της είχε χαρίσει το φιλντισένιο βραχιόλι που φορούσε, με σκαλισμένα τριαντάφυλλα ανάμεσα σε αγκάθια, που ταίριαζε στο χαρακτήρα της. Ήταν το μοναδικό κόσμημα που φορούσε η Αβιέντα, με εξαίρεση ένα ασημένιο περιδέραιο, στο πολύπλοκο μοτίβο που οι Καντορινοί ονόμαζαν χιονονιφάδες. Ο Ραντ δεν ήξερε ποιος της το είχε χαρίσει.
Φως μου! σκέφτηκε αηδιασμένος. Ήθελε και την Αβιέντα και την Ηλαίην, ενώ ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει καμία τους. Είσαι χειρότερος απ’ όσο νόμιζε ο Ματ ότι ήταν. Ακόμα κι ο Ματ είχε τη σύνεση να μην πλησιάζει μια γυναίκα, αν ήξερε ότι ίσως της έκανε κακό.