«Πρέπει να πάω κι εγώ στην Καιρχίν», του είπε.
Ο Ραντ έκανε μια γκριμάτσα. Ένα από τα θέλγητρα μιας νύχτας στην Καιρχίν ήταν ότι θα περνούσε μια νύχτα χωρίς να είναι κι αυτή μαζί του στο ίδιο δωμάτιο.
«Δεν έχει να κάνει με...» άρχισε να του λέει, και μετά δάγκωσε το σαρκώδες χείλος της και τα γαλαζοπράσινα μάτια της άστραψαν. «Πρέπει να μιλήσω με τις Σοφές, με την Αμυς».
«Φυσικά», της είπε. «Γιατί να μη μιλήσεις». Υπήρχε πάντα η ευκαιρία ότι θα κατάφερνε να την αφήσει εκεί.
Ο Μπασίρε του άγγιξε το μπράτσο. «Ήταν να ξαναδείς τους ιππείς μου να κάνουν ασκήσεις αυτό το απόγευμα». Ο τόνος ήταν αδιάφορος, όμως τα γερτά μάτια έδιναν βαρύτητα στα λόγια του.
Ήταν σίγουρα σημαντικό, όμως ο Ραντ ένιωθε την ανάγκη να φύγει από το Κάεμλυν, από το Άντορ. «Αύριο. Ή μεθαύριο». Έπρεπε να φύγει από τα βλέμματα αυτών των βασιλισσών, που αναρωτιούνταν αν κάποιος από το αίμα τους —κι ήταν αίμα τους, μα το Φως!— θα ρήμαζε τη γη όπως είχαν κάνει τόσοι άλλοι. Έπρεπε να φύγει από την Αλάνα. Έστω και για μία νύχτα, έπρεπε να βρεθεί μακριά.
17
Ο Τροχός μιας Ζωής
Μαζεύοντας τη ζώνη του σπαθιού του από το θρόνο με μια ροή Αέρα, και το σκήπτρο επίσης, ο Ραντ άνοιξε την πύλη εκεί μπροστά στο βάθρο, μια χαρακιά φωτός που περιστράφηκε, πλάτυνε κι έδειξε την εικόνα μιας άδειας αίθουσας με σκούρα επένδυση, σε περισσότερα από εξακόσια μίλια απόσταση από το Κάεμλυν, στο Παλάτι του Ήλιου, το Βασιλικό Παλάτι της Καιρχίν. Την είχαν προετοιμάσει ώστε να τη χρησιμοποιεί γι’ αυτό το σκοπό, και δεν υπήρχαν έπιπλα παρά μόνο τα σκούρα μπλε πλακάκια του δαπέδου κι οι ξύλινες επενδύσεις στους τοίχους που έλαμπαν από την περιποίηση. Το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα, αλλά ήταν κατάφωτο· οκτώ επίχρυσες λάμπες σε υποστηρίγματα έκαιγαν νύχτα-μέρα, με καθρέφτες που μεγέθυναν τις φλόγες που έκαιγαν το λάδι. Κοντοστάθηκε για να ζωστεί το σπαθί του, ενώ η Σούλιν κι ο Ούριεν άνοιγαν την πόρτα του διαδρόμου κι οδηγούσαν μπροστά του τις Κόρες και τις Κόκκινες Ασπίδες που φορούσαν πέπλα.
Σ’ αυτή την περίπτωση, του φαινόταν ότι οι προφυλάξεις τους ήταν αστείες. Ο πλατύς διάδρομος έξω, ο μόνος τρόπος που έφτανε κανείς σ’ αυτή την αίθουσα, ήταν γεμάτη με σχεδόν τριάντα Φαρ Αλντάζαρ Ντιν, Αδελφούς του Αετού, και περίπου δυο ντουζίνες Μαγενούς της Μπερελαίν, οι οποίοι έφεραν θώρακες βαμμένους κόκκινους και βαθιά κράνη με γείσο που έφταναν ως τη ρίζα του σβέρκου τους. Αν υπήρχε κάπου μέρος όπου ο Ραντ ήξερε ότι δεν του χρειάζονταν οι Κόρες, ήταν η Καιρχίν, πιο πολύ ακόμα κι από το Δάκρυ.
Ένας Αδελφός του Αετού άρχισε να τρέχει στο διάδρομο μόλις εμφανίστηκε ο Ραντ, το ίδιο κι ένας Μαγενός, που έσφιγγε αδέξια το δόρυ και το κοντό σπαθί του, καθώς ακολουθούσε τον Αελίτη που ήταν ψηλότερός του. Ένας μικρός στρατός ακολουθούσε τους Φαρ Αλντάζαρ Ντιν, υπηρέτες με διάφορες λιβρέες, ένας Δακρυνός Υπερασπιστής της Πέτρας με στιλβωμένο θώρακα και χρυσόμαυρο σακάκι, ένας Καιρχινός στρατιώτης με ξυρισμένο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του, η πανοπλία του οποίου ήταν πιο ταλαιπωρημένη από του Δακρυνού, δύο νεαρές Αελίτισσες με χοντρές σκούρες φούστες και φαρδιές λευκές μπλούζες που στον Ραντ φάνηκε πως ήταν μαθητευόμενες των Σοφών. Η είδηση της άφιξής του θα διαδιδόταν γοργά. Πάντα έτσι γινόταν.
Τουλάχιστον, η Αλάνα ήταν πέρα μακριά. Κι η Βέριν επίσης, αλλά κυρίως η Αλάνα. Εξακολουθούσε να τη νιώθει, ακόμα κι από τόση απόσταση, έχοντας μια αμυδρή εντύπωση ότι βρισκόταν κάπου στα δυτικά. Ήταν σαν την αίσθηση ενός χεριού που απείχε μόλις μια τρίχα από το λαιμό του. Υπήρχε τρόπος να της ξεφύγει; Άρπαξε το σαϊντίν για μια στιγμή, μα δεν συνέβη τίποτα.
Ποτέ δεν ξεφεύγεις από τις παγίδες που στήνεις ο ίδιος. Το μουρμουρητό του Λουζ Θέριν φαινόταν μπερδεμένο. Μια δύναμη μπορείς να τη νικήσεις μόνο με μια ανώτερη δύναμη, κι έτσι ξαναβρίσκεσαι παγιδευμένος. Παγιδευμένος παντοτινά, έτσι ώστε δεν μπορείς να πεθάνεις.
Ο Ραντ ανατρίχιασε. Μερικές φορές η φωνή έμοιαζε να του μιλά. Μακάρι να έβγαζαν νόημα τα λόγια της πού και πού, τότε τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα.
«Σε βλέπω, Καρ’α’κάρν», είπε ένας Αδελφός του Αετού. Τα γκρίζα μάτια του ήταν στο ίδιο ύψος με του Ραντ κι η ουλή που χάραζε τη μύτη του ήταν λευκή στο φόντο του ηλιοκαμένου προσώπου του. «Είμαι ο Κόρμαν του Μοσάαντα Γκόσιεν. Είθε να βρεις σκιά σήμερα».
Ο Ραντ δεν πρόλαβε να του απαντήσει όπως ήταν πρέπον, πριν στριμώξει τον Αελίτη στην άκρη ένας Μαγενός αξιωματικός με ροδαλά μάγουλα. Δεν τον στρίμωξε ακριβώς —παραήταν λεπτός για να σπρώξει έναν άνδρα που ήταν ένα κεφάλι ψηλότερός του και μιάμιση φορά φαρδύτερός του, ειδικά έναν Αελίτη, αν κι ίσως να ήταν αρκετά νέος, ώστε να νομίζει ότι θα μπορούσε να το κάνει— όμως χώθηκε μπροστά στον Ραντ και δίπλα στον Κόρμαν κι έβαλε παραμάσχαλα το πορφυρό κράνος του που είχε ένα λεπτό κόκκινο λοφίο. «Άρχοντα Δράκοντα, είμαι ο Χάβιεν Νουρέλ, Άρχοντας Υπολοχαγός των Φτερωτών Φρουρών» —υπήρχαν φτερά σκαλισμένα στο πλάι του κράνους του— «στην υπηρεσία της Μπερελαίν συρ Πέντραγκ Πεηρόν, της Πρώτης του Μαγιέν, και στην υπηρεσία σου επίσης». Ο Κόρμαν τον λοξοκοίταξε με ευθυμία.