Выбрать главу

«Σε βλέπω, Χάβιεν Νουρέλ», είπε σοβαρά ο Ραντ και το αγόρι έπαιξε τα μάτια. Το αγόρι; Τώρα που το σκεφτόταν, δεν ήταν μικρότερος από τον ίδιο. Αυτό τον ξάφνιασε! «Αν εσύ κι ο Κόρμαν μου δείξετε—» Ξαφνικά κατάλαβε ότι η Αβιέντα είχε εξαφανιστεί. Πάλευε να την αποφύγει, και την πρώτη φορά εδώ και βδομάδες που είχε συμφωνήσει να την πάρει δίπλα του, η γυναίκα είχε γίνει καπνός μόλις ο Ραντ είχε γυρίσει το κεφάλι αλλού! «Πηγαίνετέ με στη Μπερελαίν και τον Ρούαρκ», τους διέταξε συννεφιασμένος. «Αν δεν είναι μαζί, πηγαίνετε με σε όποιον είναι πιο κοντά, και βρείτε τον άλλο». Η Αβιέντα είχε τρέξει στις Σοφές, το δίχως άλλο, για να αναφέρει τι σκάρωνε ο Ραντ. Σίγουρα θα την άφηνε εδώ.

Αυτό που θέλεις είναι αυτό που δεν μπορείς να αποκτήσεις. Αυτό που δεν μπορείς να αποκτήσεις είναι αυτό που θέλεις. Ο Λουζ Θέριν γέλασε σαν μανιακός. Αυτό δεν ενοχλούσε τόσο τον Ραντ όσο κάποτε. Όχι τόσο πολύ. Αν έπρεπε να υπομείνει κάτι, μπορούσε να το υπομείνει.

Συζητώντας ποιος ήταν πιο κοντά, ο Κόρμαν κι ο Χάβιεν άφησαν τους άνδρες τους πίσω, αλλά και πάλι η πομπή που σχηματίστηκε ήταν εντυπωσιακή, με όλες τις Κόρες και τις Κόκκινες Ασπίδες που τους ακολουθούσαν από κοντά, γεμίζοντας τον προθάλαμο με τον τετράγωνο θόλο. Ο διάδρομος έδινε μια σκοτεινή, βαριά αίσθηση, παρά τις φωτισμένες λάμπες πάνω σε υποστηρίγματα. Ελάχιστα χρώματα υπήρχαν, με εξαίρεση κάποιες ταπισερί αραιά και που, κι οι Καιρχινοί προσπαθούσαν να τα αναπληρώσουν διευθετώντας τα πάντα με αυστηρότητα, είτε ήταν κεντητά λουλούδια είτε πουλιά, ελάφια ή λεοπαρδάλεις που κυνηγούσαν, ή ευγενείς στη μάχη. Οι Καιρχινοί υπηρέτες που παραμέριζαν για να ανοίξουν δρόμο, φορούσαν λιβρέες, που συνήθως είχαν χρωματιστές ρίγες στα μανικέτια και το θυρεό του οίκου τους κεντημένο στο στήθος· καμιά φορά είχαν το γιακά ή τα μανίκια στα χρώματα του οίκου τους, και σπανίως το σακάκι ή το φόρεμα ήταν ολόκληρο χρωματιστό. Μόνο οι ανώτεροι υπηρέτες έδειχναν περισσότερα χρώματα. Στους Καιρχινούς άρεσε η τάξη κι απεχθάνονταν οτιδήποτε φανταχτερό. Εδώ κι εκεί, σε κάποιες κόγχες, υπήρχε κάποια χρυσή γαβάθα ή κάποιο βάζο των Θαλασσινών, μα ήταν λιτά και δουλεμένα με ευθείες γραμμές που προσπαθούσαν να κρύψουν τις όποιες καμπύλες τους. Όποτε ο διάδρομος άνοιγε σχηματίζοντας εσωτερική αυλή με κιονοστοιχία με τετράγωνες κολόνες, αν υπήρχε κήπος από κάτω οι διάδρομοι του σχημάτιζαν ορθές γωνίες και τα παρτέρια είχαν το ίδιο μέγεθος, ενώ οι θάμνοι και τα δενδρύλλια ήταν κλαδεμένα με ακρίβεια και φυτεμένα σε ίσες αποστάσεις. Αν η ανομβρία κι η ζέστη είχαν αφήσει λουλούδια να ανθίσουν, ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι κι αυτά θα φύτρωναν σε ευθείες γραμμές.

Ο Ραντ ευχήθηκε να έβλεπε η Ντυέλιν αυτές τις γαβάθες και τα βάζα. Οι Σάιντο είχαν πάρει μαζί τους ό,τι μπορούσαν να σηκώσουν, κουβαλώντας τα σ’ όλο το δρόμο από την Καιρχίν, κι είχαν κάψει ό,τι δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν, αλλά αυτή η συμπεριφορά καταπατούσε το τζι’ε’τόχ. Οι Αελίτες που ακολουθούσαν τον Ραντ κι είχαν σώσει την πόλη είχαν πάρει πράγματα κι αυτοί, αλλά σύμφωνα με τους κανόνες τους· όταν καταλάμβανες ένα μέρος ύστερα από μάχη, επιτρεπόταν να πάρεις το ένα πέμπτο των αγαθών, ούτε ένα κουταλάκι παραπάνω. Ο Μπάελ είχε συμφωνήσει, απρόθυμα, να μην πάρουν ούτε καν αυτό από το Άντορ, αλλά ο Ραντ σκεφτόταν πως μόνο αν είχε κάποιος λίστα θα καταλάβαινε ότι είχαν πάρει κάτι από δω.

Παρ’ όλη τη συζήτηση τους, ο Κόρμαν κι ο Χάβιεν δεν κατάφεραν να βρουν ούτε τον Ρούαρκ ούτε τη Μπερελαίν πριν τους βρουν αυτοί.

Οι δύο ήρθαν να συναντήσουν τον Ραντ μόνοι σε μια γαλαρία, δίχως συνοδεία, κάτι που τον έκανε να νιώσει σαν να ήταν επικεφαλής σε μια παρέλαση. Ο Ρούαρκ, που φορούσε το καντιν’σόρ του, με τις γκρίζες πινελιές στα σκουροκόκκινα μαλλιά του, ορθωνόταν ψηλότερος από την Μπερελαίν, μια χλωμή, πανέμορφη νεαρή με γαλανόλευκο φόρεμα, το ντεκολτέ του οποίου ήταν τόσο βαθύ, ώστε έκανε τον Ραντ να ξεροβήξει όταν εκείνη έκλινε το γόνυ. Με το σούφα τυλιγμένο χαλαρά γύρω από το λαιμό του, ο Ρούαρκ δεν είχε άλλο όπλο παρά μόνο ένα βαρύ Αελίτικο μαχαίρι. Εκείνη φορούσε το Διάδημα της Πρώτης, ένα χρυσό ιπτάμενο γεράκι, πάνω στα στιλπνά μελαχρινά μαλλιά της, που έπεφταν κυματιστά στους γυμνούς ώμους της.