Выбрать главу

Ίσως καλύτερα που είχε φύγει η Αβιέντα· όταν νόμιζε ότι κάποιες γυναίκες ήταν πολύ προκλητικές μαζί του, μερικές φορές την αντιμετώπιζε με αρκετή σφοδρότητα.

Ο Ραντ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο Λουζ Θέριν σιγοτραγουδούσε. Κάτι τον ενόχλησε σ’ αυτό, μα τι...; Σιγοτραγουδούσε. Σαν άνδρας που θαυμάζει μια όμορφη γυναίκα που δεν τον έβλεπε.

Σταμάτα! φώναξε ο Ραντ μέσα στο μυαλό του. Σταμάτα να κοιτάς από τα μάτια μου. Δεν ήξερε αν ο άλλος τον είχε ακούσει —υπήρχε κανείς εκεί για να τον ακούσει— αλλά το σιγοτραγούδισμα σταμάτησε.

Ο Χάβιεν έπεσε στο γόνατο, όμως η Μπερελαίν του έκανε νόημα να σηκωθεί, σχεδόν αφηρημένα. «Ελπίζω να είναι όλα καλά με τον Άρχοντα Δράκοντα και με το Άντορ». Η φωνή της ήταν τέτοια που έκανε τους άνδρες να την προσέξουν. «Και με τους φίλους σου, τον Ματ Κώθον και τον Πέριν Αϋμπάρα, επίσης».

«Όλα πάνε καλά», της είπε. Πάντα ρωτούσε για τον Ματ και τον Πέριν, όσο συχνά κι αν της έλεγε ότι ο ένας ήταν καθ’ οδόν προς το Δάκρυ κι ότι τον άλλο είχε να τον δει πριν ακόμη φύγει για την Ερημιά. «Κι εσύ;»

Η Μπερελαίν κοίταξε τον Ρούαρκ· ήρθαν στα δεξιά και τα αριστερά του Ραντ και προχώρησαν στο επόμενο τμήμα του διαδρόμου. «Τα αναμενόμενα, Άρχοντα Δράκοντα».

«Όλα πάνε καλά, Ραντ αλ’Θόρ», είπε ο Ρούαρκ. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, αλλά, βέβαια, σχεδόν πάντα έτσι ήταν.

Ο Ραντ ήξερε ότι κι οι δύο καταλάβαιναν γιατί είχε θέσει τη Μπερελαίν επικεφαλής εδώ πέρα. Ήταν ψυχρή λογική. Η Μπερελαίν ήταν η πρώτη μονάρχης που του είχε προσφέρει ελεύθερη συμμαχία, και μπορούσε να την εμπιστεύεται επειδή τον χρειαζόταν, περισσότερο από ποτέ μετά τη συμμαχία τους, για να εμποδίσει το Δάκρυ να απλώσει χέρι στο Μαγιέν. Οι Υψηλοί Άρχοντες πάντα προσπαθούσαν να φέρονται στο Μαγιέν σαν να ήταν επαρχία. Εκτός αυτού, όντας ξένη από ένα μικρό έθνος εκατοντάδες λεύγες στον Νότο, δεν είχε κανένα λόγο να δείξει προτίμηση σε μια φατρία έναντι μιας άλλης στην Καιρχίν, δεν είχε την παραμικρή ελπίδα να καταλάβει την εξουσία, κι ήξερε πώς κυβερνάται μια χώρα. Αψεγάδιαστη λογική. Με δεδομένο το τι ένιωθαν οι Αελίτες για την Καιρχίν και τι ένιωθαν οι Καιρχινοί για τους Αελίτες, αν έθετε επικεφαλής τον Ρούαρκ, το αποτέλεσμα θα ήταν αιματοχυσία, κι η Καιρχίν είχε ήδη δει αρκετό αίμα.

Αυτή η διευθέτηση προς το παρόν φαινόταν να καρποφορεί. Όπως είχε συμβεί με τον Σεμάραντριντ και τον Γουίραμον στο Δάκρυ, οι Καιρχινοί είχαν αποδεχθεί τη Μαγενή για κυβερνήτριά τους, τόσο επειδή δεν ήταν Αελίτισσα, όσο κι επειδή την είχε διορίσει ο Ραντ. Η Μπερελαίν ήξερε τι έκανε, και τουλάχιστον αυτή άκουγε τις συμβουλές που πρόσφερε ο Ρούαρκ, ο οποίος εκπροσωπούσε τους αρχηγούς φατρίας που παρέμεναν στην Καιρχίν. Χωρίς αμφιβολία η Μπερελαίν είχε πάρε-δώσε και με τις Σοφές —οι Σοφές θα σταματούσαν να χώνουν τη μύτη τους, αν κι αυτές δεν το έβλεπαν έτσι, μια μέρα μετά απ’ όταν θα σταματούσαν οι Άες Σεντάι— αλλά ως τώρα δεν τις είχε αναφέρει.

«Κι η Εγκουέν;» είπε ο Ραντ. «Είναι καλύτερα;» ρώτησε.

Η Μπερελαίν σούφρωσε λιγάκι τα χείλη. Δεν συμπαθούσε την Εγκουέν. Από την άλλη μεριά όμως, ούτε η Εγκουέν τη συμπαθούσε. Απ’ όσο ήξερε ο Ραντ, δεν υπήρχε λόγος γι’ αυτό, μα έτσι είχε η κατάσταση.

Ο Ρούαρκ άπλωσε τα χέρια. «Απ’ ό,τι μου λέει η Άμυς». Εκτός από Σοφή, η Άμυς ήταν επίσης γυναίκα του. Μία από τις γυναίκες του· είχε άλλες δύο, κι αυτό ήταν ένα από τα πιο παράξενα έθιμα ανάμεσα στα πολλά που θεωρούσε παράξενα ο Ραντ. «Λέει ότι η Εγκουέν χρειάζεται κι άλλη ανάπαυση, ελαφριά άσκηση, αρκετό φαγητό και καθαρό αέρα. Νομίζω ότι κάνει περιπάτους όταν δροσίζει η μέρα». Η Μπερελαίν του έριξε μια σαρκαστική ματιά· ο ιδρώτας που γυάλιζε ελαφρά στο πρόσωπό της δεν αφαιρούσε τίποτα από την ομορφιά της, αλλά ο Ρούαρκ δεν ίδρωνε καθόλου.

«Θα ήθελα να τη δω. Αν το επιτρέπουν οι Σοφές», πρόσθεσε ο Ραντ. Οι Σοφές φύλαγαν ζηλότυπα τα προνόμιά τους όσο κι οι Άες Σεντάι τις οποίες είχε γνωρίσει, και τα επέβαλλαν στους αρχηγούς σέπτας, τους αρχηγούς φατρίας κι ίσως πάνω απ’ όλα στον Καρ’α’κάρν. «Αλλά πρώτα ας...»

Ένας ήχος ακουγόταν αμυδρός και δυνάμωνε καθώς πλησίαζαν άλλο ένα μέρος όπου ο ένας τοίχος του διαδρόμου έδινε τη θέση του σε κολόνες με κιγκλίδωμα ανάμεσά τους. Η κλαγγή σπαθιών εξάσκησης. Ο Ραντ έριξε μια ματιά εκεί κάτω καθώς περνούσαν. Για την ακρίβεια, σκόπευε να ρίξει απλώς μια ματιά· αυτό που είδε έκανε το στόμα του να κλείσει και τα πόδια του να παγώσουν. Μπροστά στο βλέμμα ενός ευθυτενούς Καιρχινού που φορούσε απλό γκρίζο σακάκι, δώδεκα κάθιδρες γυναίκες μάχονταν σε ζευγάρια· μερικές φορούσαν σχιστό φόρεμα ιππασίας, κάποιες ανδρικά σακάκια και παντελόνια. Οι περισσότερες έπαιρναν αδέξια, αν και με ακρίβεια, την κατάλληλη πόζα ξιφασκίας, ενώ άλλες άλλαζαν στάσεις με κινήσεις όλο χάρη, αλλά κράδαιναν διστακτικά τις λεπίδες, οι οποίες αποτελούνταν από βέργες δεμένες μαζί. Όλες είχαν μια έκφραση βλοσυρής αποφασιστικότητας, αν κι η βλοσυρότητα συνήθως γινόταν πικρό γέλιο, όταν κάποια καταλάβαινε ότι είχε κάνει λάθος. Ο άνδρας με το ευθύ παράστημα χτύπησε παλαμάκια κι οι λαχανιασμένες γυναίκες έγειραν στα σπαθιά εξάσκησης τους, ενώ κάποιες κούνησαν τα μπράτσα τους, προφανώς άμαθες σε κάτι τέτοιο. Από κάποιο σημείο που δεν μπορούσε να δει ο Ραντ ήρθαν υπηρέτες, κάνοντας υποκλίσεις και γονυκλισίες δεξιά κι αριστερά, καθώς πρόσφεραν δίσκους με κανάτες και ποτήρια. Αλλά αν ήταν υπηρέτες, τότε οι λιβρέες τους ήταν παράξενες για την Καιρχίν. Φορούσαν λευκά. Φορέματα ή σακάκια και παντελόνια, όλα λευκά.