Выбрать главу

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε. Ο Ρούαρκ έκανε έναν ήχο που έδειχνε αηδία.

«Κάποιες Καιρχινές εντυπωσιάστηκαν από τις Κόρες», είπε η Μπερελαίν χαμογελαστά. «Θέλουν να γίνουν Κόρες. Μα του σπαθιού, φαντάζομαι, όχι της Λόγχης». Το κορμί της Σούλιν φάνηκε να τανύζεται από αγανάκτηση, κι ανάμεσα στις Κόρες ξέσπασε συζήτηση με χειρομιλία· από τις χειρονομίες, φαινόταν εξοργισμένες. «Είναι θυγατέρες από σεβαστούς Οίκους», συνέχισε η Μπερελαίν. «Τις άφησα να μείνουν εδώ, επειδή οι γονείς τους δεν το επέτρεπαν. Τώρα υπάρχουν σχεδόν μια ντουζίνα σχολές στην πόλη που διδάσκουν ξιφασκία στις γυναίκες, αλλά πολλές είναι αναγκασμένες να πηγαίνουν κρυφά στο μάθημα. Δεν είναι μόνο οι γυναίκες, φυσικά. Γενικά, οι νεαρότεροι Καιρχινοί δείχνουν πολύ εντυπωσιασμένοι από τους Αελίτες. Υιοθετούν το τζι’ε’τόχ».

«Το διαστρέφουν», μούγκρισε ο Ρούαρκ. «Πολλοί ρωτούν για τους τρόπους μας, και ποιος δεν θα δίδασκε κάποιον που θέλει να μάθει το σωστό; Ακόμα κι έναν δενδροφονιά». Φαινόταν έτοιμος να φτύσει. «Αλλά παίρνουν αυτό που τους λέμε και το αλλάζουν».

«Δεν το αλλάζουν ακριβώς», διαμαρτυρήθηκε η Μπερελαίν. «Θα έλεγα ότι το προσαρμόζουν». Τα φρύδια του Ρούαρκ υψώθηκαν σχεδόν αδιόρατα κι εκείνη αναστέναξε. Το πρόσωπο του Χάβιεν έδειχνε ότι είχε προσβληθεί, βλέποντας να αμφισβητείται η αρχόντισσά του. Ούτε ο Ρούαρκ ούτε η Μπερελαίν το πρόσεξαν· ήταν αφοσιωμένοι στον Ραντ. Ο δε Ραντ είχε την αίσθηση ότι το ζευγάρι έκανε συχνά τον ίδιο καυγά.

«Το αλλάζουν», επανέλαβε αποφασιστικά ο Ρούαρκ. «Αυτές οι ανόητες εκεί κάτω που φοράνε τα λευκά ισχυρίζονται πως είναι γκαϊ’σάιν. Γκαϊ’σάιν!» Οι άλλοι Αελίτες άρχισαν να μουρμουρίζουν· οι Κόρες ξανάπιασαν τη χειρομιλία. Ο Χάβιεν έδειξε να ταράζεται λιγάκι. «Σε ποια μάχη και σε ποια επιδρομή αιχμαλωτίστηκαν; Τι τοχ προκάλεσαν; Επικύρωσες την απαγόρευση που επέβαλα στους τσακωμούς μέσα στην πόλη, Μπερελαίν Πεηρόν, μα αυτοί μονομαχούν όπου νομίζουν ότι είναι απαρατήρητοι, κι ο χαμένος βάζει τα λευκά. Αν ο ένας χτυπήσει τον άλλο κι είναι κι οι δυο οπλισμένοι, εκείνος που χτυπήθηκε ικετεύει τον άλλο να μονομαχήσουν, κι αν ο άλλος του το αρνηθεί, βάζει τα λευκά. Τι έχει να κάνει αυτό με ζητήματα τιμής κι υποχρέωσης; Αλλάζουν τα πάντα, και κάνουν πράγματα που θα έκαναν ακόμα κι έναν Σάραμαν να κοκκινίσει. Πρέπει να μπει ένα τέλος, Ραντ αλ’Θόρ».

Η Μπερελαίν έσφιξε τα χείλη πεισματικά και τα χέρια της σχημάτισαν γροθιές στα φουστάνια της. «Οι νεαροί πάντα καυγαδίζουν». Ο τόνος της ήταν τόσο συγκαταβατικός που μπορεί να ξεχνούσες πως ήταν νεαρή κι η ίδια. «Αλλά από τότε που το άρχισαν αυτό, κανείς τους δεν έχει σκοτωθεί σε μονομαχία. Ούτε ένας. Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να τους αφήσουμε να συνεχίσουν. Εκτός αυτού, τα έβαλα με πατέρες και μητέρες, κάποιοι εκ των οποίων διαθέτουν εξουσία, οι οποίοι ήθελαν να στείλουμε τις κόρες τους στα σπίτια τους. Δεν θα αρνηθώ σ’ αυτές τις νεαρές εκείνο που τους υποσχέθηκα».

«Κράτα τις αν θέλεις», είπε ο Ρούαρκ. «Ας μάθουν το σπαθί, αν θέλουν. Αλλά να σταματήσουν να ισχυρίζονται ότι τηρουν το τζι’ε’τόχ. Να σταματήσουν να φορούν τα λευκά και να ισχυρίζονται ότι είναι γκαϊ’σάιν. Αυτό που κάνουν είναι προσβολή». Τα παγερά γαλανά μάτια του ήταν στυλωμένα στη, Μπερελαίν, όμως τα μεγάλα μαύρα μάτια εκείνης ήταν στραμμένα αταλάντευτα στον Ραντ.

Ο Ραντ δίστασε μονάχα για μια στιγμή. Του φαινόταν ότι καταλάβαινε τι έσπρωχνε τους νεότερους Καιρχινούς στο τζι’ε’τόχ. Έχοντας κατακτηθεί δυο φορές από το Αελ μέσα σε είκοσι-τόσα χρόνια, σίγουρα αναρωτιούνταν μήπως ήταν αυτό το μυστικό. Ή ίσως να πίστευαν ότι οι ήττες έδειχναν την ανωτερότητα των Αελίτικων παραδόσεων. Ολοφάνερα, οι Αελίτες ήταν ενοχλημένοι από αυτή την κοροϊδία των πεποιθήσεων τους, όπως τη θεωρούσαν, όμως η αλήθεια ήταν πως μερικοί από τους τρόπους που ένας Αελίτης γινόταν γκαϊ’σάιν έμοιαζαν εξίσου αλλόκοτοι. Για παράδειγμα, αν μιλούσες σε άνδρα για τον πεθερό του ή σε γυναίκα για την πεθερά της —το δευτεροπατέρα και τη δευτερομητέρα, κατά τους τρόπους των Αελιτών— αυτό το θεωρούσαν εχθρικό και δικαιολογούσε να τραβήξουν όπλο, εκτός αν τους είχαν μνημονεύσει πρώτα εκείνοι. Αντιθέτως, αν το προσβεβλημένο άτομο σε άγγιζε αφότου είχες μιλήσει, υπό το τζι’ε’τόχ ήταν το ίδιο με το να αγγίξεις έναν οπλισμένο εχθρό χωρίς να τον τραυματίσεις. Εκείνοι κέρδιζαν πολύ τζι κι αποκτούσαν πολύ τοχ, αλλά ο αγγιγμένος μπορούσε να ζητήσει να γίνει γκαϊ’σάιν για να μειώσει την τιμή του άλλου και τη δική του υποχρέωση. Κατά το τζι’ε’τόχ, έπρεπε να τιμήσεις τη σύμφωνη με τους τύπους απαίτηση κάποιου να γίνει γκαϊ’σάιν, κι έτσι ένας άνδρας ή μια γυναίκα μπορούσε να καταλήξει γκαϊ’σάιν μόνο και μόνο επειδή είχε αναφέρει κάποιας την πεθερά. Δεν ήταν λιγότερο ανόητο από αυτό που έκαναν οι Καιρχινοί. Στην ουσία, η όλη κατάσταση κατέληγε σε ένα πράγμα. Είχε βάλει υπεύθυνη τη Μπερελαίν· έπρεπε να τη στηρίξει. Τόσο απλό ήταν. «Οι Καιρχινοί σε προσβάλλουν και μόνο που είναι Καιρχινοί, Ρούαρκ. Δώσε τόπο. Ποιος ξέρεις, μπορεί στο τέλος να μάθουν αρκετά και να μη χρειάζεται να τους μισείς πια».