Ο Ρούαρκ μούγκρισε ξινά κι η Μπερελαίν χαμογέλασε. Προς έκπληξη του Ραντ, έμοιαζε έτοιμη να βγάλει τη γλώσσα της στον Αελίτη. Μπα, η φαντασία του θα ήταν. Ήταν λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερη του, όμως κυβερνούσε το Μαγιέν όταν αυτός ακόμα έβοσκε πρόβατα στους Δύο Ποταμούς.
Ο Ραντ ξανάστειλε τον Κόρμαν και τον Χάβιεν στη φρουρά τους και συνέχισε να προχωρά, με τον Ρούαρκ και την Μπερελαίν να τον πλαισιώνουν και τους υπόλοιπους να ακολουθούν από κοντά. Μια παρέλαση. Το μόνο που έλειπε ήταν τα ταμπούρλα κι οι τρομπέτες.
Η κλαγγή των σπαθιών εξάσκησης ξανάρχισε πίσω του. Άλλη μια αλλαγή, έστω και μικρή. Ακόμα κι η Μουαραίν, που μελετούσε τόσο καιρό τις Προφητείες του Δράκοντα, δεν ήξερε αν το γεγονός ότι ο Ραντ θα Τσάκιζε τον Κόσμο ξανά σήμαινε ότι θα έφερνε μια νέα Εποχή, μα το σίγουρο ήταν ότι έφερνε αλλαγές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Του φαινόταν πως όσες αλλαγές έφερνε σκοπίμως, άλλες τόσες τις έκανε κατά λάθος.
Όταν έφτασαν στην πόρτα του γραφείου που μοιράζονταν η Μπερελαίν κι ο Ρούαρκ —ανατέλλοντες ήλιοι στόλιζαν τα μακριά φύλλα του σκούρου στιλβωμένου ξύλου, κάτι που έδειχνε ότι κάποτε το χρησιμοποιούσε κάποιος μονάρχης— ο Ραντ κοντοστάθηκα και γύρισε προς τη Σούλιν και τον Ούριεν. Αν δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί τόσους φρουρούς εδώ, δεν θα μπορούσε να τους ξεφορτωθεί πουθενά. «Θα επιστρέψω στο Κάεμλυν περίπου μια ώρα μετά την ανατολή αύριο. Ως τότε, επισκεφθείτε τις σκηνές, δείτε τους φίλους σας και προσπαθήστε να μην αρχίσετε τίποτα βεντέτες. Αν επιμένετε, δυο μπορούν να μείνουν και να με προστατεύουν από τα ποντίκια· δεν νομίζω να μου χιμήξει κάτι μεγαλύτερο εδώ».
Ο Ούριεν άφησε ένα χαμογελάκι κι ένευσε, αν κι έκανε νόημα περίπου στο ύψος ενός Καιρχινού και μουρμούρισε, «Εδώ έχει μεγάλα ποντίκια».
Για μια στιγμή, του Ραντ του φάνηκε ότι η Σούλιν θα έφερνε αντίρρηση. Το ανέκφραστο βλέμμα της κράτησε μονάχα μια στιγμή και μετά ένευσε. Ακόμα, όμως, κρατούσε το στόμα της κλειστό. Σίγουρα θα τον περιλάβαινε όταν θα υπήρχαν μόνο Κόρες για να τα ακούσουν.
Το γραφείο ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο και φιλοξενούσε πολλές αντιθέσεις, ακόμα και με τη δεύτερη ματιά που του έριξε. Στο ψηλό ταβάνι με τα γύψινα διακοσμητικά, οι ευθείες γραμμές κι οι οξείες γωνίες σχημάτιζαν περίπλοκα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως επίσης και τριγύρω στους τοίχους αλλά και σε ένα πλατύ τζάκι με πρόσοψη από σκούρο μπλε μάρμαρο. Στη μέση του δωματίου ήταν ένα βαρύ τραπέζι, ξέχειλο από χαρτιά και χάρτες, το οποίο αποτελούσε κάποιο είδος συνόρων. Στα δύο ψηλά στενά παράθυρα από τη μια μεριά του τζακιού υπήρχαν πήλινα αγγεία πάνω σε σκαμνάκια, γεμάτα μικρά φυτά με μερικά μικρούλικα ερυθρόλευκα μπουμπούκια. Από την άλλη μεριά του τραπεζιού ήταν ένα μακρύ παραπέτασμα στον τοίχο, το οποίο έδειχνε πλοία στο πέλαγος κι άνδρες να τραβάνε δίχτυα γεμάτα λαδόψαρα, την πηγή πλούτου του Μαγιέν. Ένα στεφάνι κεντήματος, με βελόνα και κόκκινη κλωστή να κρέμεται από ένα μισοτελειωμένο εργόχειρο, βρισκόταν σε μια καρέκλα με ψηλή ράχη που ήταν αρκετά φαρδιά για να κουλουριαστεί μέσα της η Μπερελαίν αν ήθελε. Υπήρχε ένα μόνο χαλί στο πάτωμα, με λουλουδάτα μοτίβα σε χρυσά και κόκκινα και γαλάζια χρώματα, κι ένα τραπεζάκι πλάι στην καρέκλα είχε μια ασημένια καράφα κρασιού και ποτήρια σε ασημένιο δίσκο, όπως επίσης κι έναν λεπτό τόμο με κόκκινο δέσιμο, όπου ένα κομμάτι δέρμα με χρυσά στολίσματα έδειχνε ως πού είχε φτάσει η Μπερελαίν.