Το πάτωμα στην άλλη πλευρά του τραπεζιού είχε στρώσεις φωτεινών πολύχρωμων χαλιών, όπου ήταν σκορπισμένα κόκκινα και γαλάζια και πράσινα μαξιλαράκια με κρόσσια. Μια θήκη ταμπάκ, μια πίπα με κοντό επιστόμιο και μια λαβίδα ήταν ακουμπισμένα πλάι σε μια σκεπασμένη μπρούντζινη γαβάθα πάνω σε ένα μικρό σεντούκι με μπρούντζινα ελάσματα· σε ένα κάπως μεγαλύτερο σεντούκι, με ενίσχυση από σίδηρο, υπήρχε ένα φιλντισένιο αγαλματάκι ενός κοκαλιάρικου ζώου, για το οποίο ο Ραντ αμφέβαλλε αν υπήρχε στ’ αλήθεια. Δυο ντουζίνες βιβλία όλων των μεγεθών —από τόσο μικρά που χωρούσαν σε τσέπη σακακιού ως τόσο μεγάλα, που ακόμα κι ο Ρούαρκ θα χρειαζόταν και τα δύο χέρια για να τα σηκώσει— σχημάτιζαν μια ευθυγραμμισμένη σειρά στο πάτωμα μπροστά στον τοίχο. Οι Αελίτες έφτιαχναν στην Ερημιά ό,τι χρειάζονταν εκτός από βιβλία· κάποιοι πραματευτές είχαν κάνει περιουσία από τους Αελίτες κουβαλώντας μονάχα βιβλία.
«Τώρα», είπε ο Ραντ όταν η πόρτα έκλεισε, αφήνοντάς τον μόνο με τον Ρούαρκ και τη Μπερελαίν, «πώς είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα;»
«Όπως είπα», αποκρίθηκε η Μπερελαίν. «Τα αναμενόμενα. Ξαναλένε για την Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ και τον Τόραμ Ριάτιν στους δρόμους, μα οι περισσότεροι έχουν κουραστεί από τον πόλεμο προς το παρόν».
«Λένε ότι δέκα χιλιάδες Αντορινοί στρατιώτες πήγαν με το μέρος τους». Ο Ρούαρκ άρχισε να γεμίζει την πίπα, πατώντας το ταμπάκ με τον αντίχειρα. «Οι φήμες πάντα πολλαπλασιάζουν επί δέκα, αν όχι επί είκοσι, μα και πάλι είναι ανησυχητικό αν είναι αλήθεια. Οι ανιχνευτές λένε ότι οι αριθμοί τους δεν είναι μεγάλοι, μα αν τους αφήσουμε να αυξηθούν θα γίνουν κάτι παραπάνω από ενόχληση. Η κιτρινόμυγα είναι τόσο μικρή που σχεδόν δεν τη βλέπεις, αλλά αν βάλει το αυγό της στο δέρμα σου, θα χάσεις το χέρι ή το πόδι μέχρι να εκκολαφθεί — αν δεν σε σκοτώσει».
Ο Ραντ γρύλισε, χωρίς να δείξει αν συμφωνούσε ή όχι. Η εξέγερση του Ντάρλιν στο Δάκρυ δεν ήταν η μόνη την οποία είχε χρειαστεί να αντιμετωπίσει. Ο Οίκος Ριάτιν κι ο Οίκος Ντέημοντρεντ, οι δύο τελευταίοι που είχαν το Θρόνο του Ήλιου, ήταν θανάσιμοι αντίπαλοι πριν κάνει ο Ραντ την εμφάνισή του, και πιθανότατα θα ξαναγίνονταν αντίπαλοι αν χανόταν. Τώρα όμως είχαν παραμερίσει τις αντιπαλότητες —τουλάχιστον επιφανειακά· το τι έκαναν οι Καιρχινοί από πίσω ήταν άλλο πράγμα— και σαν τον Ντάρλιν, σκόπευαν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους σε κάποιο σημείο το οποίο θεωρούσαν ασφαλές ο Τόραμ κι η Κάραλαϊν. Στην περίπτωση τους, αυτό ήταν οι πρόποδες των λόφων της Ραχοκοκαλιάς του Κόσμου, όσο πιο μακριά από την πόλη μπορούσαν να βρεθούν, χωρίς όμως να εγκαταλείψουν τη χώρα. Είχαν μαζέψει το ίδιο ετερόκλητο πλήθος με τον Ντάρλιν· ευγενείς, κυρίως μεσαίους· εκτοπισμένους χωρικούς, μερικούς μισθοφόρους, ίσως και μερικούς πρώην ληστές της υπαίθρου. Ίσως να είχε βάλει κι εκεί το χέρι του ο Νάιαλ, όπως είχε κάνει με τον Ντάρλιν.
Αυτοί οι λόφοι δεν ήταν δυσπρόσιτοι, όπως το Χάντον Μιρκ, όμως ο Ραντ ακόμα δεν έκανε καμία κίνηση· είχε πάρα πολλούς εχθρούς σε πάρα πολλά μέρη. Αν κοντοστεκόταν για να λιώσει εδώ την κιτρινόμυγα που έλεγε ο Ρούαρκ, ίσως έβρισκε αλλού μια λεοπάρδαλη στα νώτα του. Είχε κατά νου να ξεμπερδέψει πρώτα με τη λεοπάρδαλη. Μακάρι μόνο να ήξερε πού ήταν οι άλλες λεοπαρδάλεις.
«Τι γίνεται με το Σάιντο;» ρώτησε, ακουμπώντας το Σκήπτρο του Δράκοντα σε έναν μισοξετυλιγμένο χάρτη. Έδειχνε τα βορινά της Καιρχίν και τα όρη που λέγονταν Εγχειρίδιο του Δράκοντα. Μπορεί οι Σάιντο να μην ήταν τόσο μεγάλη λεοπάρδαλη όσο ο Σαμαήλ, αλλά ήταν κάπως μεγαλύτεροι από τον Υψηλό Άρχοντα Ντάρλιν και την Αρχόντισσα Κάραλαϊν. Η Μπερελαίν του πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί κι αυτός την ευχαρίστησε. «Είπαν τίποτα οι Σοφές για τις προθέσεις της Σεβάνα;»
Κατά τη γνώμη του θα μπορούσαν τουλάχιστον μια-δυο απ’ αυτές να ρίξουν μια ματιά τριγύρω όταν η Σεβάνα θα ανέβαινε στο Εγχειρίδιο του Δράκοντα. Θα έβαζε στοίχημα ότι οι Σοφές των Σάιντο αυτό έκαναν όταν κατέβαιναν κάτω από τον ποταμό Γκάελιν. Φυσικά, δεν είπε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μπορεί οι Σάιντο να είχαν εγκαταλείψει το τζι’ε’τόχ, όμως ο Ρούαρκ έβλεπε την κατασκοπεία με τον παραδοσιακό τρόπο των Αελιτών. Οι απόψεις των Σοφών ήταν άλλο πράγμα, αν και θα ήταν δύσκολο να ξεκαθαρίσεις ποιες ακριβώς ήταν αυτές.
«Λένε ότι οι Σάιντο κατασκευάζουν φρούρια». Ο Ρούαρκ κοντοστάθηκε και με μια λαβίδα έφερε στην πίπα του ένα αναμμένο κάρβουνο από τη γεμάτη άμμο μπρούντζινη γαβάθα. Όταν τη ρούφηξε και την άναψε, συνέχισε να μιλά. «Νομίζουν ότι οι Σάιντο δεν σκοπεύουν να επιστρέψουν ποτέ στην Τρίπτυχη Γη. Το ίδιο κι εγώ».