Выбрать главу

Ο Ραντ έτριψε τα μαλλιά του με το ελεύθερο χέρι του. Η Κάραλαϊν κι ο Τόραμ ήταν μια πληγή που σάπιζε, κι οι Σάιντο είχαν στρογγυλοκαθίσει στην από δω μεριά του Δρακότειχους. Το μίγμα ήταν πιο επικίνδυνο από τον Ντάρλιν. Και το αθέατο δάχτυλο της Αλάνα έμοιαζε έτοιμο να τον αγγίξει. «Άλλα καλά νέα;»

«Δίνονται μάχες στη Σαμάρα», είπε ο Ρούαρκ με την πίπα στο στόμα.

«Πού;» ρώτησε ο Ραντ.

«Στη Σαμάρα. Ή στο Σάρα. Δίνουν πολλά ονόματα στη γη τους. Κο’ντάνσιν, Τομάκα, Κιγκάλι, κι άλλα. Μπορεί όλα να είναι αληθινά, ή ίσως κανένα. Λένε ψέματα χωρίς δεύτερη σκέψη αυτοί οι άνθρωποι. Πρέπει να ξεδιπλώσεις κάθε τόπι ύφασμα που θα αγοράσεις, αλλιώς θα δεις ότι μόνο το απ’ έξω είναι μετάξι. Κι αν την άλλη φορά που πας για εμπόριο τύχει να βρεις τον άνθρωπο που είχε συναλλαγεί μαζί σου, θα αρνηθεί ότι σε έχει ξαναδεί, ή ότι είχε ξανάρθει για εμπόριο. Αν πιέσεις το ζήτημα, οι άλλοι θα τον σκοτώσουν για να σε εξευμενίσουν και μετά θα πουν ότι μόνο εκείνος πουλούσε μετάξι και θα πάνε να σου πλασάρουν νερό για κρασί».

«Γιατί είναι καλά τα νέα για μάχες στη Σαμάρα;» ρώτησε μαλακά ο Ραντ. Δεν πολυήθελε να ακούσει την απάντηση. Η Μπερελαίν είχε στήσει αυτί με ενδιαφέρον· κανείς εκτός από τους Αελίτες και τους Θαλασσινούς δεν ήξεραν πολλά για τις κλειστές χώρες πέρα από την Ερημιά, μόνο ότι από κει έρχονταν φίλντισι και μετάξι. Αυτό, και τις ιστορίες στο Τα Ταξίδια του Τζάιν του Πεζοπόρου, που μάλλον παραήταν ευφάνταστες για να είναι αληθινές. Αν κι ο Ραντ, τώρα που το σκεφτόταν, πράγματι θυμόταν ότι έλεγαν για τα ψέματα, όπως και για τα διαφορετικά ονόματα, μόνο που τα παραδείγματα που ανέφερε ο Πεζοπόρος δεν ταίριαζαν τα ονόματα που είχε πει ο Ρούαρκ, απ’ ό,τι μπορούσε να θυμηθεί.

«Ποτέ δεν πολεμούν στο Σάρα, Ραντ αλ’Θόρ. Λέγεται οι Πόλεμοι των Τρόλοκ άγγιξαν κι εκείνο το μέρος—» Οι Τρόλοκ είχαν μπει και στην Ερημιά του Άελ· από τότε, το όνομα που έδιναν οι Τρόλοκ στην Ερημιά του Άελ ήταν Γη Θανάτου «-αλλά αν συνέβη καμία μάχη έκτοτε, το γεγονός δεν ακούστηκε στα εμπορικά φρούρια. Για τα πράγματα που συμβαίνουν έξω από τα τείχη των φρουρίων, ελάχιστα ακούγονται μέσα. Λένε ότι η χώρα τους ανέκαθεν ήταν μία κι ενωμένη, όχι πολλές όπως εδώ, κι ανέκαθεν επικρατούσε ειρήνη. Όταν βγήκες από το Ρουίντιαν ως Καρ’α’κάρν, η είδηση για σένα και τον τίτλο σου διαδόθηκε μεταξύ των υδρόβιων εδώ. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Το νέο ταξίδεψε ως τα εμπορικά φρούρια στη Μεγάλη Χαρακιά και στους Γκρεμούς της Αυγής». Το βλέμμα του Ρούαρκ ήταν γαλήνιο και σταθερό· τίποτα απ’ αυτά δεν τον τάραζε. «Τώρα ήρθαν άλλα νέα μέσω της Τρίπτυχης Γης. Στο Σάρα πολεμούν, κι οι Σαρανοί στα εμπορικά φρούρια ρωτάνε πότε ο Αναγεννημένος Δράκοντας θα Τσακίσει τον Κόσμο».

Ξαφνικά το κρασί του φάνηκε ξινό. Άλλο ένα μέρος σαν το Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν, που έπεφτε στο διχασμό μόνο και μόνο επειδή είχε ακούσει γι’ αυτόν. Ως πού εκτείνονταν τα κύματα γύρω του; Υπήρχαν, άραγε, εξαιτίας του πόλεμοι για τους οποίους δεν θα μάθαινε ποτέ, σε χώρες τις οποίες δεν θα γνώριζε ποτέ;

Ο θάνατος πατά στους ώμους μου, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν. Ο θάνατος περπατά στα αχνάρια μου. Είμαι ο θάνατος.

Ανατριχιάζοντας, ο Ραντ άφησε το ποτήρι στο τραπέζι. Πόσα πράγματα απαιτούσαν οι Προφητείες με εκείνα τα προκλητικά υπονοούμενα και τους μεγαλοπρεπείς ελλειπτικούς στίχους; Μήπως έπρεπε να προσθέσει και το Σάρα, ή όπως τέλος πάντων ήταν το πραγματικό του όνομα, πλάι στην Καιρχίν και τις άλλες χώρες; Ολόκληρο τον κόσμο; Πώς, τη στιγμή που δεν μπορούσε καν να έχει εντελώς υπό τον έλεγχό του το Δάκρυ ή την Καιρχίν; Όλα αυτά θα χρειάζονταν χρόνο περισσότερο από τη ζωή ενός ανθρώπου. Το Άντορ. Αν ο προορισμός του ήταν να διαλύσει όλες τις χώρες, να ρημάξει ολόκληρο τον κόσμο, θα κρατούσε το Άντορ σώο για την Ηλαίην. Θα έβρισκε τρόπο.

«Το Σάρα, όπως κι αν λέγεται τέλος πάντων, είναι μακριά από δω. Προχωράμε βήμα-βήμα, και το πρώτο βήμα είναι ο Σαμαήλ».

«Ο Σαμαήλ», συμφώνησε ο Ρούαρκ. Η Μπερελαίν ρίγησε κι άδειασε μονορούφι το ποτήρι της.

Μίλησαν για λίγο για τους Αελίτες που ακόμα μετακινούνταν προς τον Νότο. Ο Ραντ ήθελε το σφυρί που ετοιμαζόταν στο Δάκρυ να είναι ολοφάνερα αρκετά μεγάλο για να διαλύσει ό,τι μπορούσε να του αντιτάξει ο Σαμαήλ. Για τον Ρούαρκ, αυτό ήταν αρκετό· η Μπερελαίν, όμως, διαμαρτυρόταν ότι χρειάζονταν να διατηρήσουν κι άλλες δυνάμεις στην Καιρχίν. Ως τη στιγμή που ο Ρούαρκ της είπε να σταματήσει. Εκείνη μουρμούρισε κάτι για τον Αελίτη, ότι ήταν ξεροκέφαλος και δεν θα του έβγαινε σε καλό, όμως άρχισε να λέει για τις προσπάθειες να μετοικήσουν οι αγρότες της χώρας. Κατά τη γνώμη της, την επόμενη χρονιά δεν θα χρειάζονταν τα φορτία σιτηρών του Δακρύου. Αρκεί να σταματούσε κάποτε η ανομβρία. Αν όχι, τότε το Δάκρυ δεν είχε αρκετά σιτηρά ούτε για τις δικές του ανάγκες, πόσο μάλλον για άλλους. Είχαν ξαναρχίσει να διεξάγονται εμπορικές συναλλαγές. Οι έμποροι έρχονταν από το Άντορ και το Δάκρυ και το Μουράντυ, κατέβαιναν από τις Μεθόριες. Μάλιστα, ένα πλοίο των Θαλασσινών είχε αγκυροβολήσει στο ποτάμι το ίδιο πρωί, κάτι που η Μπερελαίν θεωρούσε παράξενο, μιας κι ήταν τόσο μακριά από τη θάλασσα, μα ήταν ευπρόσδεκτο.