Το πρόσωπο της Μπερελαίν ήταν φλογισμένο κι ο τόνος της ζωηρός, καθώς τριγυρνούσε γύρω από το τραπέζι για να πάρει το τάδε ή το δείνα έγγραφο, συζητώντας τι χρειαζόταν να αγοράσει η Καιρχίν και τι χρήματα είχε για να αγοράσει, τι έπρεπε να πουλήσει τώρα και τι θα έπρεπε να πουλήσει σε έξι μήνες, σε ένα χρόνο. Ανάλογα με τον καιρό, φυσικά. Αυτό το αντιπαρερχόταν σαν να μην είχε σημασία, αν κι έριχνε ήρεμες ματιές στον Ραντ οι οποίες έλεγαν ότι αυτός ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας κι αν υπήρχε τρόπος να σταματήσει τη ζέστη, έπρεπε να τον βρει. Ο Ραντ την είχε δει μαυλιστική και πανέμορφη, την είχε δει να δείχνει φόβο, αψηφισιά, παρασυρμένη από την αλαζονεία της, αλλά ποτέ έτσι. Έμοιαζε εντελώς διαφορετική γυναίκα. Ο Ρούαρκ, που καθόταν σε ένα μαξιλαράκι και ρουφούσε την πίπα του, φαινόταν να το διασκεδάζει καθώς την παρακολουθούσε.
«...αυτή η σχολή σου μπορεί να βγάλει κάτι καλό», είπε η Μπερελαίν, σμίγοντας τα φρύδια καθώς κοίταζε ένα μακρύ φύλλο γεμάτο μικρούς, καλογραμμένους χαρακτήρες, «αν σταματήσουν να σκέφτονται καινούρια πράγματα και κάτσουν να φτιάξουν αυτά που έχουν ήδη σκεφτεί». Χτύπησε τα χείλη της με ένα δάχτυλο, κοιτώντας συλλογισμένα το τίποτα. «Είπες να τους δίνω όσο χρυσάφι ζητούν, αλλά αν μου επέτρεπες να τους το δίνω μόνο όταν θα έχουν έτοιμο το—»
Η Τζαλάνι έχωσε το παχουλό προσωπάκι της από το άνοιγμα της πόρτας —το να χτυπάς την πόρτα ήταν κάτι που οι Αελίτες δεν καταλάβαιναν— κι είπε, «Ο Μάνγκιν ήρθε για να μιλήσει με τον Ρούαρκ κι εσένα, Ραντ αλ’Θόρ».
«Πες του ότι μετά χαράς θα μιλήσω μαζί του αργότερα—» Μόνο αυτό πρόλαβε να πει ο Ραντ πριν τον διακόψει ήσυχα ο Ρούαρκ.
«Καλά θα κάνεις να του μιλήσεις τώρα, Ραντ αλ’Θόρ». Το πρόσωπο του αρχηγού φατρίας είχε σοβαρέψει· η Μπερελαίν είχε αφήσει το μακρύ χαρτί στο τραπέζι κι ατένιζε το πάτωμα.
«Πολύ καλά», είπε αργά ο Ραντ.
Το κεφάλι της Τζαλάνι χάθηκε και μπήκε μέσα ο Μάνγκιν. Ήταν ψηλότερος από τον Ραντ, ένας από κείνους που είχαν περάσει το Δρακότειχους ψάχνοντας Εκείνον Που Έρχεται Με την Αυγή, ένας από τη μια χούφτα Αελίτες που είχαν καταλάβει την Πέτρα του Δακρύου. «Πριν από έξι μέρες σκότωσα κάποιον», άρχισε χωρίς εισαγωγικά, «έναν δενδροφονιά, και τώρα θέλω να μάθω αν σου έχω τοχ, Ραντ αλ’Θόρ».
«Σε μένα;» είπε ο Ραντ. «Μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, Μάνγκιν· μα το Φως, το ξέρεις καλύτερα—» Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, κοιτάζοντας τα γκρίζα μάτια που ήταν σοβαρά μα δίχως φόβο. Ίσως έδειχναν περιέργεια. Η έκφραση του Ρούαρκ δεν του έλεγε τίποτα· η Μπερελαίν ακόμα δεν έλεγε να τον κοιτάξει κατάματα. «Σου επιτέθηκε, έτσι δεν έγινε;»
Ο Μάνγκιν κούνησε το κεφάλι. «Είδα ότι του άξιζε να πεθάνει, κι έτσι τον σκότωσα». Το είπε απλά κι αδιάφορα· είδε ότι η αποχέτευση ήθελε καθάρισμα, κι έτσι την είχε καθαρίσει. «Αλλά είπες ότι δεν μπορούμε να σκοτώνουμε τους δενδροφονιάδες παρά μόνο στη μάχη ή αν μας επιτεθούν. Τώρα έχω τοχ σε σένα;»
Ο Ραντ θυμήθηκε αυτό που είχε πει... αυτόν Θα τον κρεμάσω. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. «Γιατί του άξιζε να πεθάνει;»
«Φορούσε κάτι που δεν είχε δικαίωμα να φορά», αποκρίθηκε ο Μάνγκιν.
«Τι φορούσε; Τι ήταν αυτό που φορούσε, Μάνγκιν;»
Ο Ρούαρκ απάντησε, αγγίζοντας τον αριστερό πήχυ του. «Αυτό». Εννοούσε τον Δράκοντα που ήταν κουλουριασμένος γύρω από το χέρι του. Οι αρχηγοί φατρίας δεν τους επεδείκνυαν συχνά, δεν μιλούσαν καν γι’ αυτούς· σχεδόν τα πάντα γι’ αυτά τα σημάδια τα τύλιγε ένα μυστήριο, κι οι αρχηγοί το άφηναν έτσι. «Ήταν κάτι φτιαγμένο με βελόνες και μελάνια, φυσικά». Ένα τατουάζ.
«Προσποιόταν τον αρχηγό φατρίας;» Ο Ραντ κατάλαβε ότι έψαχνε δικαιολογία... αυτόν θα τον κρεμάσω. Ο Μάνγκιν ήταν από τους πρώτους που τον είχαν ακολουθήσει.
«Όχι», είπε ο Μάνγκιν. «Έπινε κι έδειχνε αυτό που δεν έπρεπε να έχει. Το βλέπω στα μάτια σου, Ραντ αλ’Θόρ». Ξαφνικά χαμογέλασε. «Είναι γρίφος. Είχα δίκιο που τον σκότωσα, μα τώρα έχω τοχ σε σένα».
«Έκανες λάθος που τον σκότωσες. Ξέρεις πώς τιμωρείται ο φόνος».