«Με μια θηλιά στο λαιμό, όπως κάνουν οι υδρόβιοι». Ο Μάνγκιν ένευσε σκεφτικός. «Πες μου πού και πότε. Θα είμαι εκεί. Είθε να βρεις νερό και σκιά σήμερα, Ραντ αλ’Θόρ».
«Είθε να βρεις νερό και σκιά, Μάνγκιν», του είπε λυπημένα ο Ραντ.
«Φαντάζομαι», είπε η Μπερελαίν, όταν έκλεισε η πόρτα πίσω από τον Μάνγκιν, «ότι πραγματικά θα πάει στη εκτέλεση του με δική του βούληση, Α, μη με κοιτάζεις έτσι, Ρούαρκ. Δεν ήθελα να θίξω ούτε αυτόν ούτε την τιμή των Αελιτών».
«Έξι μέρες», μούγκρισε ο Ραντ, ενώ στρεφόταν σ’ εκείνη. «Ήξερες γιατί ήταν εδώ, το ξέρατε κι οι δυο. Πριν από έξι μέρες, και το αφήσατε σε μένα. Το έγκλημα είναι έγκλημα, Μπερελαίν».
Εκείνη όρθωσε μεγαλοπρεπώς το ανάστημά της, μα ο τόνος της ήταν αμυντικός. «Δεν έχω συνηθίσει να έρχονται και να μου λένε ότι μόλις διέπραξαν φόνο. Το καμένο το τζι’ε’τόχ τους. Οι καμένοι οι Αελίτες κι η καμένη η τιμή τους». Οι βλαστήμιες φαίνονταν παράξενες, έτσι όπως έβγαιναν από το στόμα της.
«Δεν έχεις λόγο να θυμώνεις μαζί της, Ραντ αλ’Θόρ», παρενέβη ο Ρούαρκ. «Το τοχ του Μάνγκιν είναι σε σένα, όχι σ’ αυτήν. Ούτε σε μένα».
«Το τοχ του είναι στον άνθρωπο που δολοφόνησε», είπε παγερά ο Ραντ. Ο Ρούαρκ έδειξε σοκαρισμένος. «Την επόμενη φορά που θα γίνει έγκλημα, μην περιμένεις εμένα. Να ακολουθήσεις το νόμο!» Μ’ αυτόν τον τρόπο ίσως δεν χρειαζόταν να επιβάλει ξανά ποινή σε κάποιον άνθρωπο τον οποίο γνώριζε και συμπαθούσε. Θα το έκανε, αν χρειαζόταν. Το ήξερε, κι ένιωθε θλίψη. Τι είδους άνθρωπος είχε γίνει;
Ο τροχός της ζωής ενός ανθρώπου, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν. Δεν υπάρχει έλεος. Δεν υπάρχει οίκτος.
18
Γεύση Μοναξιάς
«Υπάρχουν άλλα προβλήματα με τα οποία θέλετε να ασχοληθώ;» Ο τόνος του Ραντ ξεκαθάριζε ότι εννοούσε προβλήματα που θα έπρεπε να έχουν ήδη λυθεί. Ο Ρούαρκ κούνησε ελαφρά το κεφάλι· η Μπερελαίν κοκκίνισε. «Ωραία. Ορίστε ημερομηνία για το κρέμασμα του Μάνγκιν—» Αν πονάς πολύ, γέλασε ο Λουζ Θέριν μ’ έναν τραχύ ψίθυρο, τότε κάνε κάποιον άλλο να πονέσει. Ήταν δική του ευθύνη. Δικό του καθήκον. Στύλωσε την πλάτη για να μην τον λιώσει εκείνο το βουνό. «Κρεμάστε τον αύριο. Πείτε του ότι εγώ το είπα». Κοντοστάθηκε, τους αγριοκοίταξε, και μετά συνειδητοποίησε ότι περίμενε τα σχόλια του Λουζ Θέριν, όχι τα δικά τους. Περίμενε τη φωνή ενός νεκρού, ενός τρελού νεκρού. «Θα πάω στη σχολή».
Ο Ρούαρκ του επισήμανε ότι οι Σοφές μάλλον θα είχαν ξεκινήσει να έρχονται από τις σκηνές τους, κι η Μπερελαίν ότι οι Δακρυνοί κι οι Καιρχινοί αριστοκράτες θα της ζητούσαν να μάθουν πού έκρυβε τον Ραντ, όμως αυτός απάντησε ότι έπρεπε να πουν την αλήθεια. Και να πουν σ’ όλο αυτό τον κόσμο ότι δεν έπρεπε να τον ακολουθήσουν· ας ξαναγυρνούσαν όταν ξαναγυρνούσε κι αυτός. Κι οι δυο έμοιαζαν σαν να είχαν φάει ξινά δαμάσκηνα, αλλά ο Ραντ άρπαξε το Σκήπτρο του Δράκοντα κι έφυγε.
Στο διάδρομο, η Τζαλάνι κι ένας κιτρινόξανθος από τις Κόκκινες Ασπίδες, όχι πολύ μεγαλύτερός της, σηκώθηκαν όρθιοι με σβέλτες κινήσεις και κοιτάχτηκαν βιαστικά. Εκτός απ’ αυτούς, ο διάδρομος ήταν άδειος, με εξαίρεση μερικούς υπηρέτες που προχωρούσαν βιαστικά. Ένα άτομο από τις Κόρες κι ένα από τις Κόκκινες Ασπίδες· ήταν λογικό, αν κι ο Ραντ αναρωτήθηκε αν ο Ούριεν είχε τσακωθεί με τη Σούλιν για να το καταφέρει.
Έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν και πήγε κατευθείαν στον κοντινότερο στάβλο, όπου τα χωρίσματα ήταν από το ίδιο πράσινο μάρμαρο με τις κολόνες που κρατούσαν την ψηλή οροφή. Ο αρχισταβλίτης, ένας ροζιασμένος άνδρας με πεταχτά αυτιά και τον Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν κεντημένο στο κοντό δερμάτινο γιλέκο του, σοκαρίστηκε που ο Ραντ είχε εμφανιστεί με μόνο δύο Αελίτες για συνοδεία κι όλο κοίταζε τις πόρτες των στάβλων να δει τους υπόλοιπους, ενώ υποκλινόταν ανάμεσα στις ματιές, τόσο πολύ που Ραντ αναρωτήθηκε αν θα του έφερνε ποτέ άλογο. Όμως, όταν ο άλλος φώναξε, «Ένα άλογο για τον Άρχοντα Δράκοντα!», τότε έξι ιπποκόμοι πετάχτηκαν να ετοιμάσουν ένα ψηλό ρουσσο μουνούχι με μάτια που πετούσαν σπίθες, γκέμια με χρυσά κρόσσια, χρυστοστόλιστη σέλα κι ένα ουρανί ύφασμα κάτω από τη σέλα με κρόσσια και χρυσοκέντητους ανατέλλοντες ήλιους.
Παρ’ όλο που δούλευαν σβέλτα, ο αρχισταβλίτης είχε χαθεί όταν ο Ραντ ανέβηκε στη σέλα. Μάλλον πήγαινε να βρει την κουστωδία που έπρεπε να έχει μαζί του ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Ή για να πει σε κανέναν ότι ο Ραντ έφευγε από το παλάτι σχεδόν ολομόναχος. Τέτοιο μέρος ήταν η Καιρχίν. Το μουνούχι με το γυαλιστερό τρίχωμα προσπάθησε να χοροπηδήσει, αλλά ο Ραντ το συγκράτησε και το έβγαλε από το παλάτι με τροχασμό, περνώντας δίπλα από ξαφνιασμένους φρουρούς. Δεν ανησυχούσε μήπως καραδοκούσαν τίποτα ασασίνοι μετά την προειδοποίηση του άλλου με τα μεγάλα αυτιά· όποιος του έστηνε ενέδρα, θα ανακάλυπτε ότι είχε πάει να θερίσει χωρίς δρεπάνι. Αν καθυστερούσε, θα τον πλάκωναν οι ευγενείς και δεν θα μπορούσε να φύγει χωρίς αυτούς. Ένιωθε ωραία μόνος έτσι για αλλαγή.