Κοίταξε την Τζαλάνι και τον νεαρό Αελίτη που έτρεχαν δίπλα στο μουνούχι. Αν θυμόταν καλά, ο νεαρός λεγόταν Ντέντρικ· ήταν ένας Κοντάρα από το Ρήγμα του Τζάερν. Σχεδόν ολομόναχος. Ακόμα αισθανόταν την Αλάνα, και κάπου στο βάθος ο Λουζ Θέριν βογκούσε για την ακριβή του Ιλυένα. Δεν θα ήταν ποτέ ολομόναχος. Ίσως ποτέ πια. Η απομόνωση εκείνης της στιγμής, όμως, ήταν ωραία, μετά από τόσο καιρό.
Η Καιρχίν ήταν μεγάλη πόλη κι οι κύριοι δρόμοι της αρκετά πλατιοί για να καταπιούν τους ανθρώπους που τους γέμιζαν. Κάθε δρόμος έκοβε ίσια σαν βέλος τους λόφους που ήταν σκαλισμένοι και χαραγμένοι με πέτρινες αναβαθμίδες, σε σημείο που έμοιαζαν έργο ανθρώπινου χεριού, και συναντούσε τους άλλους δρόμους σε ορθές γωνίες. Σ’ ολόκληρη την πόλη υψωνόταν πελώριοι πύργοι κουκουλωμένοι από ξύλινες σκαλωσιές που σχεδόν έκρυβαν τα περίτεχνα αντιτειχίσματα με τις τετράγωνες καμάρες, πύργοι που πάσχιζαν να αγγίξουν τον ουρανό και να συνεχίσουν ακόμα ψηλότερα. Είκοσι χρόνια μετά από τότε που οι μυθικοί ακέφαλοι πύργοι της Καιρχίν —ένα από τα θαύματα του κόσμου— είχαν καεί σαν λαμπάδες στον Πόλεμο των Αελιτών, η ανακατασκευή τους ακόμα δεν είχε τελειώσει.
Δεν ήταν εύκολο να ανοίξει δρόμο εδώ· ο τροχασμός δεν κράτησε πολύ. Ο Ραντ είχε συνηθίσει να χωρίζουν τα πλήθη μπροστά στη συνηθισμένη συνοδεία του, και τώρα, παρ’ όλο που έβλεπε μπροστά του εκατοντάδες Αελίτες που φορούσαν το καντιν’σόρ, το αποτέλεσμα δεν ήταν το ίδιο με μόνο δύο άτομα μαζί του. Του φάνηκε ότι μερικοί από κείνους τους Αελίτες τον αναγνώριζαν, αλλά τον αγνοούσαν, μην θέλοντας να τον φέρουν σε δύσκολη θέση αφού ο Καρ’α’κάρν είχε ζωστεί το σπαθί και —κάτι όχι τόσο άσχημο αλλά και πάλι δεν ήταν για να περηφανεύεται κανείς— καβαλούσε άλογο. Για τους Αελίτες, η ντροπή κι η αισχύνη ήταν χειρότερα από τον πόνο, αν και φυσικά το τζι’ε’τόχ περιέπλεκε τα πράγματα με διαβαθμίσεις τις οποίες ο Ραντ δεν καταλάβαινε τελείως. Η Αβιέντα σίγουρα θα μπορούσε να του το εξηγήσει· απ’ ό,τι φαινόταν, ήθελε να τον κάνει Αελίτη.
Υπήρχαν επίσης κι άλλοι που συνωθούνταν στους δρόμους: Καιρχινοί, που άλλοι φορούσαν τα συνηθισμένα μουντά ρούχα τους κι άλλοι τα κακόγουστα πράσινα χρώματα εκείνων που έμεναν στα Προπύλαια πριν καούν· Δακρυνοί ένα κεφάλι ψηλότεροι μέσα στο πλήθος, αν κι όχι τόσο ψηλοί όσο οι Αελίτες. Βοϊδάμαξες κι άμαξες που τις έσερναν άλογα προχωρούσαν στο παλλόμενο πλήθος και παραχωρούσαν προτεραιότητα σε κλειστές λουστραρισμένες επίσημες άμαξες και σέντιες, που μερικές φορές έφεραν το λάβαρο κάποιου Οίκου. Οι πλανόδιοι διαλαλούσαν την πραμάτεια που είχαν στους δίσκους τους, κι οι πραματευτές στα καροτσάκια τους· μουσικοί, ακροβάτες και ταχυδακτυλουργοί έδιναν παραστάσεις στις γωνιές των δρόμων. Όλα αυτά ήταν καινούρια. Κάποτε η Καιρχίν ήταν ήσυχη, υποτονική, με εξαίρεση τα Προπύλαια. Ένα μέρος της σοβαρότητας το διατηρούσε ακόμα. Τα καταστήματα εξακολουθούσαν να έχουν μικρές ταμπέλες και δεν επεδείκνυαν απ’ έξω τα αγαθά τους. Και παρ’ όλο που οι Προπυλιανοί έμοιαζαν φασαριόζοι όπως πάντα, γελώντας ηχηρά και φωνάζοντας ο ένας στον άλλο, καυγαδίζοντας εκεί στους δρόμους, οι υπόλοιποι Καιρχινοί ακόμα τους κοίταζαν με σεμνοτυφία κι αποστροφή.
Κανείς εκτός από τους Αελίτες δεν αναγνώριζε τον ασκεπή καβαλάρη με το ασημοκέντητο γαλάζιο σακάκι, αν και μερικές φορές κάποιος κοντά του έριχνε δεύτερη ματιά στο ύφασμα κάτω από τη σέλα. Το Σκήπτρο του Δράκοντα δεν ήταν πολύ γνωστό εδώ. Κανείς δεν παραμέριζε. Ο Ραντ ένιωθε διχασμένος ανάμεσα στην αδημονία και την ευχαρίστηση του να μην είναι στο επίκεντρο όλων των βλεμμάτων.
Η σχολή στεγαζόταν σε ένα παλάτι ένα μίλι πιο πέρα από το Παλάτι του Ήλιου, που κάποτε ήταν ιδιοκτησία κάποιου Άρχοντα Μπαρτέηνς, ο οποίος ήταν νεκρός πια κι άκλαφτος· ήταν ένας μεγάλος σωρός από τετράγωνες πέτρες με πύργους όλο οξείες γωνίες κι απότομα μπαλκόνια. Οι ψηλές πύλες που έβγαζαν στην κεντρική αυλή ήταν ορθάνοιχτες, κι όταν μπήκε μέσα ο Ραντ, βρήκε έτοιμη υποδοχή.
Η Ίντριεν Τάρσιν, η εύσωμη γυναίκα με το απλό γκρίζο φόρεμα, η οποία διηύθυνε τη σχολή, στεκόταν στα πλατιά σκαλιά στην άλλη άκρη της αυλής. Δεν ήταν μόνη της. Υπήρχαν δεκάδες δεκάδων άλλοι άνθρωποι συνωστισμένοι στα πέτρινα σκαλιά, άνδρες και γυναίκες, που οι περισσότεροι φορούσαν μάλλινα ρούχα παρά μεταξωτά, συνήθως φθαρμένα και με ελάχιστα στολίδια. Ήταν κυρίως περασμένης ηλικίας. Η Ίντριεν δεν ήταν η μόνη που είχε περισσότερο γκρίζο παρά μαύρο στα μαλλιά της, ενώ άλλων τα μαλλιά είχαν ασπρίσει ή είχαν πέσει, μολονότι υπήρχαν εδώ κι εκεί κάποια νεαρότερα προσωπάκια που κοίταζαν με ενθουσιασμό τον Ραντ. Το «νεαρότερα» σήμαινε ανθρώπους δέκα-δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερούς του.