Ήταν δάσκαλοι, τρόπον τινά, αν και δεν επρόκειτο ακριβώς για σχολή. Έρχονταν και μαθητές για να μάθουν —τώρα υπήρχαν και νεαροί που κρέμονταν χάσκοντας απ’ όλα τα παράθυρα που περιέβαλλαν την αυλή— αλλά κατά κύριο λόγο ο Ραντ ήθελε να συγκεντρώσει γνώσεις σε ένα μέρος. Είχε ακούσει άπειρες φορές πόσα είχαν χαθεί στον Εκατονταετή Πόλεμο και τους Πολέμους των Τρόλοκ. Πόσα ακόμα πρέπει να είχαν χαθεί με το Τσάκισμα του Κόσμου; Αν του έμελλε να Τσακίσει τον Κόσμο ξανά, τότε ήθελε να δημιουργήσει ταμιευτήρια όπου θα διαφυλάσσονταν οι γνώσεις. Είχε αρχίσει άλλη μια σχολή στο Δάκρυ, αν κι ήταν στα πρώτα βήματά της, κι έψαχνε μέρος στο Κάεμλυν.
Τίποτα δεν πάει όπως το περιμένεις, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν. Μην περιμένεις τίποτα, και τότε δεν θα εκπλαγείς. Μην περιμένεις τίποτα. Μην ελπίζεις τίποτα. Τίποτα.
Ο Ραντ έπνιξε τη φωνή και ξεπέζεψε.
Η Ίντριεν ήρθε και τον προϋπάντησε με μια γονυκλισία. Ως συνήθως, όταν ορθώθηκε πάλι, ο Ραντ ένιωσε σοκ καταλαβαίνοντας ότι μετά βίας τον έφτανε ως το στήθος. «Καλωσήρθες στη Σχολή της Καιρχίν, Άρχοντα Δράκοντα». Η φωνή της ήταν απρόσμενα γλυκιά και νεανική, σε μεγάλη αντίθεση με το αδρό πρόσωπό της. Την είχε ακούσει, όμως, να σκληραίνει μιλώντας σε μαθητές και δασκάλους· η Ίντριεν κρατούσε γερά τα ηνία της σχολής.
«Πόσους κατασκόπους έχεις στο Παλάτι του Ήλιου;» τη ρώτησε μαλακά. Εκείνη ξαφνιάστηκε, ίσως απορώντας που είχε ξεστομίσει τέτοιο πράγμα, αλλά πιθανότατα επειδή στην Καιρχίν δεν ήταν ευγενικό να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις.
«Ετοιμάσαμε μια μικρή επίδειξη». Όχι ότι περίμενε απάντηση. Η Ίντριεν κοίταξε τους δύο Αελίτες σαν γυναίκα που κοιτάζει δύο μεγάλα λασπωμένα σκυλιά που δεν ξέρει αν είναι φιλικά ή όχι, αλλά αρκέστηκε να ξεφυσήξει απαλά. «Αν με ακολουθήσει ο Άρχοντας Δράκοντας».
Εκείνος την ακολούθησε σμίγοντας τα φρύδια. Τι είδους επίδειξη;
Ο προθάλαμος της σχολής ήταν μια πελώρια αίθουσα με γυαλισμένες σκουρόγκριζες κολόνες κι ανοιχτόγκριζα πλακάκια στο δάπεδο, ενώ υπήρχε ολόγυρα σε ύψος τριών απλωσιών ένα εσωτερικό μαρμάρινο μπαλκόνι με γκρίζα νερά Τώρα ήταν σχεδόν όλο γεμάτο με... μαραφέτια. Οι δάσκαλοι που έρχονταν πλήθος πίσω του έτρεξαν σ’ αυτά. Ο Ραντ είχε μείνει με το βλέμμα καρφωμένο, καθώς ξαφνικά θυμόταν τι είχε πει η Μπερελαίν, ότι η σχολή κατασκεύαζε πράγματα. Μα τι ήταν;
Η Ίντριεν του είπε —κατά έναν τρόπο— οδηγώντας τον από το ένα στο άλλο, όπου άνδρες και γυναίκες εξηγούσαν τι είχαν δημιουργήσει. Μερικά, μάλιστα, ο Ραντ τα καταλάβαινε.
Μια συστοιχία από σίτες και κυλίνδρους κι αγγεία γεμάτα λινά ξεφτίδια παρήγε χαρτί καλύτερης ποιότητας απ’ ό,τι υπήρχε ως τώρα, τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν ο εφευρέτης της. Μια ογκώδης, ατσούμπαλη μορφή όλο μοχλούς και πελώριες επίπεδες πλάκες ήταν ένα τυπογραφικό πιεστήριο, πολύ καλύτερο από τα άλλα που χρησιμοποιούνταν τώρα, σύμφωνα με το δημιουργό της. Ο Ντέντρικ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν, ώσπου η Τζαλάνι αποφάσισε ότι θα ήταν προτιμότερο να κοιτάζει μήπως κι επιτιθόταν κανείς στον Καρ’α’κάρν. του πάτησε γερά το πόδι κι εκείνος συνέχισε ν’ ακολουθεί τον Ραντ κουτσαίνοντας. Υπήρχε ένα τροχήλατο άροτρο που θα άνοιγε έξι αυλακιές μεμιάς —τουλάχιστον, αυτό ο Ραντ το καταλάβαινε· του φαινόταν ότι θα έκανε τη δουλειά— κι ένα άλλο πράγμα με ρυμούς για άλογα, το οποίο θα θέριζε το σανό αντικαθιστώντας τους άνδρες με τα δρεπάνια, κι επίσης ένα καινούριο είδος αργαλειού που ήταν πιο εύκολο στο χειρισμό, κατά τα λεγόμενα εκείνου που τον είχε φτιάξει. Υπήρχαν βαμμένα ξύλινα μοντέλα υδραγωγείων για να μεταφέρουν νερό σε μέρη όπου τα πηγάδια στέρευαν, καινούριων αποχετεύσεων κι υπονόμων για την Καιρχίν, ακόμα και μια αναπαράσταση σε ένα τραπέζι με μικρά μοντέλα ανθρώπων και κάρων, γερανών κι οδοστρωτήρων, που έδειχνε πώς μπορούσες να χαράξεις δρόμο και να κάνεις οδόστρωμα όπως γινόταν στα παλιά χρόνια.
Ο Ραντ δεν ήξερε τι απ’ αυτά ήταν πρακτικό, μα κάποια φαινόταν ότι άξιζαν να δοκιμαστούν. Εκείνο το άροτρο, για παράδειγμα, θα ήταν χρήσιμο, αν η Καιρχίν ήθελε ποτέ να ξαναγίνει αυτάρκης σε τρόφιμα. Θα μπορούσε να πει στην Ίντριεν να το κατασκευάσει. Όχι, θα έλεγε στην Μπερελαίν να της το πει. Μπροστά στο κοινό, να ακολουθείς πάντα την ιεραρχία, είχε πει η Μουαραίν, εκτός αν θέλεις να υποσκάψεις τη θέση κάποιου.