Выбрать главу

Μεταξύ των δασκάλων που γνώριζε ήταν κι ο Κιν Τοβίρ, ο εύσωμος κατασκευαστής φακών, που όλο σκούπιζε το φαλακρό κεφάλι του με ένα ριγέ μαντίλι. Εκτός από κιάλια διαφόρων μεγεθών —«Μπορείς να μετρήσεις τις τρίχες στη μύτη κάποιου που είναι ένα μίλι μακριά», έλεγε· μ’ αυτόν τον τρόπο μιλούσε — είχε ένα φακό μεγάλο σαν το κεφάλι του κι ένα σκίτσο του κιαλιού που θα τον συγκρατούσε μαζί με άλλους παρόμοιους, ένα πράγμα μήκους έξι βημάτων, και σχεδίαζε, αν ήταν δυνατόν, να κοιτάξει τα άστρα. Του Κιν πάντα του άρεσε να κοιτάζει μακρινά πράγματα.

Η Ίντριεν είχε μια έκφραση ήρεμης ικανοποίησης, όσο ο Ραντ μελετούσε το σκίτσο του Αφέντη Τοβίρ. Στην πολιορκία της Καιρχίν, η ίδια προσωπικά είχε κατασκευάσει μια πελώρια βαλλίστρα, όλο μοχλούς και τροχαλίες, που μπορούσε να εκσφενδονίσει ένα μικρό δόρυ σε απόσταση ενός μιλίου με αρκετή δύναμη για να τρυπήσει διαμπερώς άνθρωπο. Αν ήταν στο χέρι της, κανείς δεν θα χαλούσε το χρόνο του σε κάτι που δεν ήταν αληθινό κι απτό.

«Φτιάξ’ το», είπε ο Ραντ στον Κιν. Μπορεί να μην είχε πρακτική χρήση, αντίθετα από το άροτρο, αλλά συμπαθούσε τον Τοβίρ. Η Ίντριεν αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι. Ο Τοβίρ έλαμψε. «Και θα σου δώσω βραβείο εκατό χρυσές κορώνες. Φαίνεται ενδιαφέρον». Ακούστηκε σούσουρο, ενώ τόσο η Ίντριεν όσο κι ο Τοβίρ έμειναν με το στόμα ορθάνοιχτο.

Υπήρχαν άλλα πράγματα στην αίθουσα που μπροστά τους η δουλειά του Τοβίρ φαινόταν πρακτική όσο κι οι ιδέες περί οδοποιίας. Ένας άνδρας με φεγγαρίσιο πρόσωπο έκανε κάτι με σβουνιές αγελάδας που κατέληξε με μια γαλαζωπή φλόγα να καίγεται στο στόμιο ενός μπρούντζινου σωλήνα· ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε τι σκοπό είχε. Μια κοκαλιάρα νεαρή είχε ένα έκθεμα αποτελούμενο από ένα χάρτινο κέλυφος, που το συγκρατούσαν κορδόνια, ενώ έπλεε στον αέρα εξαιτίας της θερμότητας που υψωνόταν από τη μικρή φωτιά ενός μαγκαλιού. Μουρμούριζε κάτι περί πετάγματος —ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι αυτό ακριβώς είχε πει— κι έλεγε ότι τα φτερά των πουλιών ήταν κυρτά —είχε σκίτσα πουλιών, κι άλλα που έμοιαζαν να απεικονίζουν ξύλινα πουλιά— αλλά της είχε δεθεί η γλώσσα κόμπος επειδή συναντούσε τον Αναγεννημένο Δράκοντα κι ο Ραντ δεν καταλάβαινε άλλη λέξη της, κι η Ίντριεν βεβαίως δεν μπορούσε να εξηγήσει περί τίνος επρόκειτο.

Κι έπειτα ήταν ο φαλακρός με την κατασκευή από μπρούντζινους σωλήνες και κυλίνδρους, άξονες και τροχούς, που είχαν γεμίσει ένα βαρύ ξύλινο τραπέζι γεμάτο γδαρσίματα κι αυλακιές, μερικές εκ των οποίων ήταν τόσο βαθιές που κόντευαν να το τρυπήσουν. Για κάποιο λόγο, το μισό του πρόσωπο κι ένα χέρι του ήταν τυλιγμένα με επιδέσμους. Μόλις ο Ραντ είχε κάνει την εμφάνιση του στον προθάλαμο, ο άνδρας είχε ανάψει νευρικά φωτιά κάτω από έναν κύλινδρο. Όταν κοντοστάθηκαν μπροστά του ο Ραντ κι η Ίντριεν, κούνησε έναν μοχλό και χαμογέλασε περήφανα.

Το μαραφέτι ρίγησε και βγήκε ατμός σφυρίζοντας από δύο-τρία μέρη. Το σφύριγμα δυνάμωσε κι έγινε τσιρίδα, και το πράγμα άρχισε να δονείται. Βόγκηξε δυσοίωνα. Η τσιρίδα τρυπούσε τα αυτιά των θεατών. Το πράγμα τρανταζόταν τόσο δυνατά που το τραπέζι κινούνταν. Ο φαλακρός ρίχτηκε στο τραπέζι, χαλάρωσε μια τάπα στο μεγαλύτερο κύλινδρο. Ο ατμός ξεχύθηκε σχηματίζοντας σύννεφο, και το πράγμα ακινητοποιήθηκε. Ο άνδρας, ρουφώντας τα καμένα δάχτυλα του, κατάφερε να χαμογελάσει αδύναμα.

«Ωραία δουλεμένος ο μπρούντζος», είπε ο Ραντ πριν επιτρέψει στην Ίντριεν να τον πάρει από κει. «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε χαμηλόφωνα όταν απομακρύνθηκαν.

Εκείνη σήκωσε τους ώμους. «Ο Μέρβιν δεν το λέει σε κανέναν. Πού και πού από τα δωμάτιά του ακούγονται βροντές τόσο δυνατές που σείονται οι πόρτες, και μέχρι τώρα έξι φορές κάηκε άσχημα ως τώρα, αλλά ισχυρίζεται πως όταν το κάνει να λειτουργήσει, θα φέρει μια νέα Εποχή». Έριξε μια ανήσυχη ματιά στον Ραντ.

«Μετά χαράς να τη φέρει ο Μέρβιν, αν μπορεί», της είπε ο Ραντ ξερά. Μήπως το κατασκεύασμα προοριζόταν να παράγει μουσική; Με τόσες τσιρίδες; «Δεν βλέπω τον Χέριντ. Μήπως ξέχασε να κατέβει;»

Η Ίντριεν αναστέναξε ξανά. Ο Χέριντ Φελ ήταν ένας Αντορινός, που με κάποιον τρόπο είχε καταλήξει να διαβάζει στη Βασιλική Βιβλιοθήκη εδώ— έλεγε πως ήταν μαθητής της ιστορίας και της φιλοσοφίας— και δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα της γίνονταν αρεστοί. «Άρχοντα Δράκοντα, ποτέ δεν βγαίνει από το γραφείο του, παρά μόνο όταν είναι να πάει στη Βιβλιοθήκη».

Για να ξεφύγει, χρειάστηκε να δώσει ένα λογύδριο, ανεβασμένος σε ένα σκαμνί, με το Σκήπτρο του Δράκοντα ακουμπισμένο στη γωνιά του αγκώνα του, λέγοντάς τους ότι τα δημιουργήματά τους ήταν εξαιρετικά. Μπορεί μερικά να ήταν. Κι ύστερα κατάφερε να το σκάσει με τη Τζαλάνι και τον Ντέντρικ. Και τον Λουζ Θέριν, και την Αλάνα. Άφησαν πίσω τους ένα σούσουρο ικανοποίησης. Αναρωτήθηκε αν είχε σκεφτεί κανείς τους εκτός από την Ίντριεν να κατασκευάσει όπλο.