Выбрать главу

Το γραφείο του Χέριντ Φελ ήταν στον πάνω όροφο, όπου η θέα έδειχνε μόνο τα σκούρα κεραμίδια από τις στέγες των κτιρίων της σχολής κι έναν τετράγωνο βαθμιδωτό πύργο που έκρυβε τα πάντα. Ο Χέριντ ισχυριζόταν πως ούτως ή άλλως ποτέ δεν κοίταζε από τα παράθυρα.

«Μπορείτε να περιμένετε εδώ», είπε ο Ραντ όταν έφτασαν στη στενή πόρτα —το δωμάτιο μέσα ήταν κι αυτό στενό— και ξαφνιάστηκε που η Τζαλάνι κι ο Ντέντρικ συμφώνησαν αμέσως.

Ξαφνικά, συνδύασε μερικά πράγματα. Η Τζαλάνι δεν είχε ρίξει ούτε μια αποδοκιμαστική ματιά στο σπαθί του, κάτι που φρόντιζε να κάνει με επιτηδευμένο τρόπο, όταν ο Ραντ είχε βγει από τη συνάντηση με τον Ρούαρκ και την Μπερελαίν. Ούτε αυτή, ούτε ο Ντέντρικ είχαν ρίξει έστω και μια ματιά στο άλογο στο στάβλο, ούτε και τον είχαν κοροϊδέψει λέγοντας ότι η πεζοπορία θα του έκανε καλό, που ήταν άλλο ένα συχνό σχόλιο της Τζαλάνι.

Λες κι ήθελε να επιβεβαιώσει τη σκέψη του Ραντ, μόλις αυτός στράφηκε προς την πόρτα, η Τζαλάνι έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Ντέντρικ από πάνω ως κάτω. Φευγαλέα μεν, αλλά με φανερό το ενδιαφέρον, και μ’ ένα χαμόγελο. Ο Ντέντρικ την αγνόησε με τόση επιτήδευση που ήταν σαν να την κάρφωνε με το βλέμμα. Έτσι ήταν ο τρόπος των Αελιτών, θα έκανε ότι δεν καταλάβαινε μέχρι εκείνη να εκδηλωθεί πιο καθαρά. Θα έκανε κι εκείνη το ίδιο, αν την είχε κοιτάξει πρώτος αυτός.

«Καλά να περάσετε», είπε ο Ραντ πάνω από τον ώμο του, κάνοντάς τους να τον κοιτάξουν έκπληκτοι, και μπήκε μέσα.

Το δωματιάκι ήταν όλο γεμάτο βιβλία και κυλίνδρους και στοίβες χαρτιά, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ράφια που έφταναν ως το ταβάνι, με εξαίρεση την είσοδο και δύο ανοιχτά παράθυρα. Ένα τραπέζι φορτωμένο βιβλία και χαρτιά καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του δωματίου, τα οποία επίσης σχημάτιζαν σωρούς σε μια από τις δύο καρέκλες και στον ελάχιστο χώρο που έμενε ελεύθερος στο πάτωμα. Ο Χέριντ Φελ ήταν σωματώδης και φαινόταν ότι είχε ξεχάσει να χτενίσει τα αραιά γκρίζα μαλλιά του εκείνο το πρωί. Η πίπα που δάγκωνε ήταν σβησμένη, ενώ οι στάχτες της είχαν λεκιάσει το μπροστινό μέρος του τσαλακωμένου καφέ σακακιού του.

Βλεφάρισε κοιτώντας τον Ραντ για μια στιγμή και μετά είπε, «Α. Ναι. Φυσικά. Ό,τι ετοιμαζόμουν να...» Κοίταξε συνοφρυωμένος το βιβλίο που κρατούσε και μετά κάθισε πίσω από το τραπέζι κι άγγιξε με το δάχτυλο μια λυτή δέσμη χαρτιά μπροστά του, μουρμουρίζοντας χαμηλόφωνα. Γύρισε στη σελίδα του τίτλου του βιβλίου κι έξυσε το κεφάλι. Τελικά ξανακοίταξε τον Ραντ και βλεφάρισε πάλι έκπληκτος. «Α, ναι. Για ποιο πράγμα ήθελες να μιλήσουμε;»

Ο Ραντ πήρε τα βιβλία και τα χαρτιά από την άλλη καρέκλα, έγειρε το Σκήπτρο του Δράκοντα στη στοίβα και κάθισε κάτω. Είχε προσπαθήσει να μιλήσει με άλλους εδώ, με φιλόσοφους κι ιστορικούς, σπουδαγμένες γυναίκες και λόγιους, κι ήταν σαν να προσπαθούσε να στριμώξει μια Άες Σεντάι. Ήταν βέβαιοι για ό,τι ήταν βέβαιοι, κι όσο για τα υπόλοιπα, σε έπνιγαν με λόγια που σήμαιναν τίποτα και τα πάντα. Ή θύμωναν όταν τους πίεζε —ίσως πίστευαν ότι αμφισβητούσε τις γνώσεις τους, κάτι που πρέπει να ήταν βαρύ αμάρτημα— ή δυνάμωναν το χείμαρρο των λέξεων ώσπου στο τέλος ο Ραντ δεν καταλάβαινε τι εννοούσαν, ή γίνονταν δουλοπρεπείς και προσπαθούσαν να βρουν τι ήθελε να ακούσει ώστε να του το πουν. Ο Χέριντ διέφερε. Ένα από τα πράγματα που έμοιαζαν να ξεφεύγουν από το μυαλό του ήταν ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, κάτι που βόλευε μια χαρά τον Ραντ. «Χέριντ, τι γνωρίζεις για τις Άες Σεντάι και τους Προμάχους; Για το δεσμό;»

«Προμάχους; Δεσμό; Όσα μπορεί να ξέρει κάποιος που δεν είναι Άες Σεντάι. Όχι πολλά, με άλλα λόγια». Ο Χέριντ ρούφηξε την πίπα του, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι είχε σβήσει. «Τι θέλεις να μάθεις;»

«Μπορεί να σπάσει;»

«Να σπάσει; Α, όχι. Δεν νομίζω. Εκτός αν εννοείς σε περίπτωση που πεθάνει ο Πρόμαχος ή η Άες Σεντάι. Έτσι, ο δεσμός σπάει. Νομίζω. Θυμάμαι που κάτι είχα ακούσει κάποτε για το δεσμό, αλλά δεν θυμάμαι...» Μερικά φύλλα σημειώσεων στο τραπέζι τράβηξαν το βλέμμα του. Ο Χέριντ τα τράβηξε κοντά με τα ακροδάχτυλά του κι άρχισε να διαβάζει, σμίγοντας τα φρύδια και κουνώντας το κεφάλι. Οι σημειώσεις ήταν με το δικό του γραφικό χαρακτήρα, αλλά δεν φαινόταν πια να συμφωνεί μαζί τους.

Ο Ραντ αναστέναξε· του φαινόταν ότι έβλεπε το χέρι της Αλάνα να κρέμεται από πάνω του. «Τι έγινε με την ερώτηση που σου έκανα την άλλη φορά; Χέριντ; Χέριντ;»

Το κεφάλι του άλλου υψώθηκε σπασμωδικά. «Α. Ναι. Α, η ερώτηση. Την άλλη φορά. Η Τάρμον Γκάι’ντον. Ε, δεν ξέρω πώς θα είναι. Με Τρόλοκ, υποθέτω; Με Άρχοντες του Δέους; Ναι. Άρχοντες του Δέους. Αλλά σκεφτόμουν. Δεν μπορεί να είναι η Τελευταία Μάχη. Δεν νομίζω ότι μπορεί να είναι αυτή. Ίσως κάθε Εποχή να έχει μια Τελευταία Μάχη. Ή οι περισσότερες Εποχές». Ξαφνικά κοίταξε σχεδόν αλληθωρίζοντας την πίπα που δάγκωνε κι άρχισε να ψάχνει στο τραπέζι. «Κάπου εδώ έχω ένα κουτί με ταμπάκ».