«Τι εννοείς ότι δεν μπορεί να είναι η Τελευταία Μάχη;» Ο Ραντ προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα. Ο Χέριντ πάντα έφτανε στο ζητούμενο· απλώς ήθελε σκούντημα.
«Τι; Ναι, αυτό είναι το θέμα. Δεν μπορεί να είναι η Τελευταία Μάχη. Ακόμα κι αν ο Αναγεννημένος Δράκοντας ξανασφραγίσει τη φυλακή του Σκοτεινού όσο καλά την είχε σφραγίσει ο Δημιουργός. Κάτι που δεν νομίζω ότι μπορεί». Έγειρε μπροστά και χαμήλωσε συνωμοτικά τη φωνή. «Δεν είναι ο Δημιουργός, ξέρεις, ό,τι κι αν λένε στους δρόμους. Πάντως, κάποιος πρέπει να την ξανασφραγίσει. Ο Τροχός, βλέπεις».
«Δεν καταλαβαίνω...» Η φωνή του Ραντ έσβησε.
«Ναι, καταλαβαίνεις. Θα γινόσουν καλός μαθητής». Ο Χέριντ πήρε την πίπα από το στόμα του και ζωγράφισε μ’ αυτήν έναν κύκλο στον αέρα. «Ο Τροχός του Χρόνου. Οι Εποχές έρχονται και φεύγουν και ξανάρχονται καθώς γυρίζει ο Τροχός. Κατά τις διδαχές». Ξαφνικά, κάρφωσε ένα σημείο στον φανταστικό τροχό. «Εδώ η φυλακή του Σκοτεινού είναι ολόκληρη. Εδώ, άνοιξαν μια τρύπα και την ξανασφράγισαν». Μετακίνησε την άκρη της πίπας στο τόξο που είχε ζωγραφίσει. «Εμείς είμαστε εδώ. Οι σφραγίδες εξασθενίζουν. Μα αυτό δεν έχει σημασία, φυσικά». Το επιστόμιο ολοκλήρωσε τον κύκλο. «Όταν ο Τροχός επιστρέψει εδώ, όταν ξανάρθει εκεί που άνοιξαν την τρύπα την πρώτη φορά, η φυλακή του Σκοτεινού πρέπει να είναι πάλι ολόκληρη».
«Γιατί; Ίσως την επόμενη φορά να τρυπήσουν το μπαλωμένο σημείο. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο να τα κατάφεραν την τελευταία φορά — εννοώ που κατάφεραν να τρυπήσουν κάτι που έκανε ο Δημιουργός, ίσως να άνοιξαν το Πηγάδι στο μπάλωμα κι εμείς δεν το ξέρουμε».
Ο Χέριντ κούνησε το κεφάλι. Κοίταξε μια στιγμή την πίπα, κατάλαβε άλλη μια φορά όταν ήταν σβησμένη, κι ο Ραντ σκέφτηκε ότι θα ’πρεπε να τον ξανασκουντήξει, αλλά ο Χέριντ ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνέχισε. «Κάποιος θα έπρεπε να το κάνει κάποτε. Εννοώ για πρώτη φορά. Εκτός αν νομίζεις ότι ο Δημιουργός έφτιαξε τη φυλακή του Σκοτεινού εξαρχής με τρύπα και το μπάλωμα της τρύπας». Έπαιξε τα φρύδια για να δείξει τη γνώμη του γι’ αυτή την ιδέα. «Όχι, στην αρχή ήταν ακέραια, και νομίζω ότι θα ξαναείναι ακέραια όταν ξανάρθει άλλη μια φορά η Τρίτη Εποχή. Χμμμ... Αναρωτιέμαι αν εκείνοι την ονόμασαν Τρίτη Εποχή». Βούτηξε βιαστικά την πένα στο μελανοδοχείο κι έγραψε μια σημείωση στα περιθώρια ενός ανοιχτού βιβλίου. «Ουφ. Δεν έχει σημασία τώρα. Δεν λέω ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας θα την ξανακάνει ακέραια, τουλάχιστον όχι υποχρεωτικά σ’ αυτή την Εποχή, αλλά αυτό πρέπει να γίνει πριν ξανάρθει η Τρίτη Εποχή, και να περάσει τόσος χρόνος από τότε που θα ξαναγίνει ακέραια —τουλάχιστον μια Εποχή— ώστε να μη θυμάται κανείς τον Σκοτεινό ή τη φυλακή του. Κανείς να μην τα θυμάται. Μμμ. Αναρωτιέμαι...» Κοίταξε τις σημειώσεις του κι έξυσε το κεφάλι του, και μετά ξαφνιάστηκε βλέποντας ότι είχε ξυθεί με το χέρι που κρατούσε την πένα. Είχε αφήσει μια μελανιά στα μαλλιά του. «Κάθε Εποχή στην οποία εξασθενούν οι σφραγίδες πρέπει τελικά να θυμηθεί τον Σκοτεινό, επειδή θα χρειαστεί να τον αντιμετωπίσει και να τον περιτειχίσει ξανά». Ξαναδάγκωσε την πίπα του και προσπάθησε να γράψει άλλη μια σημείωση χωρίς να βάλει την πένα στο μελάνι.
«Εκτός αν ελευθερωθεί ο Σκοτεινός», είπε χαμηλόφωνα ο Ραντ. «Για να τσακίσει τον Τροχό του Χρόνου και να ξαναφτιάξει το Χρόνο και τον κόσμο κατ’ εικόνα του».
«Είναι κι αυτό». Ο Χέριντ σήκωσε τους ώμους, κοίταξε συνοφρυωμένος την πένα. Στο τέλος, σκέφτηκε το μελανοδοχείο. «Δεν νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε τίποτα εγώ κι εσύ. Δεν έρχεσαι εδώ να σου κάνω μαθήματα; Δεν φαντάζομαι να γίνει αύριο η Τάρμον Γκάι’ντον, και δεν θα σπαταλούσες το χρόνο σου—»
«Μπορείς να σκεφτείς για ποιο λόγο θα έσπαγαν οι σφραγίδες;»
Τα φρύδια του Χέριντ υψώθηκαν απότομα. «Να σπάσουν οι σφραγίδες; Να σπάσουν οι σφραγίδες; Γιατί θα ήθελε να κάνει κάποιος τέτοιο πράγμα, αν δεν ήταν τρελός; Σπάξουν άραγε; Σαν να θυμάμαι ότι είχα διαβάσει κάπου ότι δεν σπάζουν, αλλά δεν θυμάμαι αν έλεγε το λόγο. Πώς σου ήρθε τέτοιο πράγμα;»
«Δεν ξέρω», αναστέναξε ο Ραντ. Στο βάθος του μυαλού του, ο Λουζ Θέριν έλεγε μονότονα, Σπάσε τις σφραγίδες. Σπάσε τις σφραγίδες και δώσε ένα τέλος. Άσε με να πεθάνω μια για πάντα.
Κάνοντας αέρα αφηρημένα με την άκρη του επώμιού της, η Εγκουέν κοίταξε δεξιά κι αριστερά στον διάδρομο μπροστά της που διασταυρωνόταν μ’ αυτόν που ακολουθούσε κι ευχήθηκε να μην είχε χαθεί πάλι. Φοβόταν όμως ότι είχε χαθεί, κάτι που δεν τη χαροποιούσε. Το Παλάτι του Ήλιου είχε διαδρόμους μιλίων, όπου δεν έκανε περισσότερη δροσιά απ’ όσο έξω, και δεν είχε περάσει αρκετό διάστημα σ’ αυτούς ώστε να ξέρει το δρόμο.