Παντού υπήρχαν Κόρες, δυο-δυο και τρεις-τρεις — πολύ περισσότερες απ’ όσες είχε συνήθως μαζί του ο Ραντ· σίγουρα ήταν πολύ περισσότερες απ’ όσες υπήρχαν συνήθως όταν ο Ραντ δεν ήταν εκεί. Έμοιαζαν να κάνουν βόλτες, αλλά κάτι πάνω τους έδειχνε... νευρικότητα. Μερικές την ήξεραν εξ όψεως, κι απ’ αυτές θα περίμενε μια φιλική κουβέντα — όπως φαινόταν, οι Κόρες είχαν αποφασίσει ότι το γεγονός πως ήταν μαθήτρια των Σοφών βάραινε περισσότερο από το γεγονός ότι ήταν Άες Σεντάι, όπως νόμιζαν πως ήταν, σε σημείο που δεν τη θεωρούσαν πια Άες Σεντάι— αλλά όταν την έβλεπαν έδειχναν να ξαφνιάζονται, όσο ξαφνιάζονταν τέλος πάντων οι Κόρες. Τη χαιρετούσαν μ’ ένα αργοπορημένο νεύμα κι έσπευδαν να φύγουν χωρίς κουβέντα. Με τέτοια συμπεριφορά, δύσκολα θα ζητούσες οδηγίες.
Η Εγκουέν κοίταξε συνοφρυωμένη έναν υπηρέτη με κάθιδρο πρόσωπο και λεπτές χρυσογάλανες ρίγες στα μανικέτια του, ενώ αναρωτιόταν μήπως αυτός θα ήξερε πώς θα έφτανε στον προορισμό της από κει. Το δύσκολο ήταν ότι δεν ήταν σίγουρη πού ήθελε να πάει. Δυστυχώς, ο άνθρωπος ήταν ολοφάνερα ταραγμένος με τόσες Αελίτισσες τριγύρω. Βλέποντας μια Αελίτισσα να τον κοιτάζει κατσουφιασμένη —δεν πρόσεχαν τα μαύρα μάτια της, κάτι που δεν είχαν ποτέ οι Αελίτες— και με το μυαλό γεμάτο ιστορίες για τις Κόρες, γύρισε και το έβαλε στα πόδια.
Ξεφύσηξε εκνευρισμένη. Στο κάτω-κάτω, δεν χρειαζόταν οδηγίες πού να πάει. Κάποια στιγμή θα βρισκόταν σε κάποιο γνωστό της σημείο. Δεν είχε νόημα να επιστρέψει από το δρόμο που είχε έρθει, μα ποιον από τους τρεις έπρεπε να ακολουθήσει; Διάλεξε έναν και ξεκίνησε με σίγουρο βήμα, και μερικές Κόρες παραμέρισαν για να περάσει.
Στην πραγματικότητα, την είχε πιάσει μια κακοκεφιά. Θα ήταν υπέροχο που είχε δει την Αβιέντα μετά από τόσον καιρό, αν η κοπέλα δεν της είχε κάνει ένα ψυχρό νεύμα και δεν είχε τρυπώσει στη σκηνή της Άμυς για μια ιδιωτική συνάντηση. Ιδιωτική, όπως είχε μάθει η Εγκουέν προσπαθώντας να την ακολουθήσει.
Δεν σε καλέσαμε, είχε πει κοφτά η Άμυς, ενώ η Αβιέντα καθόταν σταυροπόδι σε ένα μαξιλαράκι και κοίταζε μαραμένα τα χαλιά σε στρώσεις μπροστά της. Πήγαινε να κάνεις μια βόλτα. Και φάε κάτι. Οι γυναίκες δεν πρέπει να μοιάζουν με καλάμι.
Η Μπάιρ κι η Μελίντρα ήρθαν βιαστικά, έχοντας λάβει το μήνυμα από μια γκαϊ’σάιν, όμως η Εγκουέν ήταν ανεπιθύμητη. Είδε να διώχνουν μερικές άλλες Σοφές κι αυτό την έκανε να νιώσει καλύτερα, αλλά όχι πολύ. Στο κάτω-κάτω, ήταν φίλη της Αβιέντα, κι αν είχε μπλέξει κάπου, η Εγκουέν ήθελε να τη βοηθήσει.
«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε απαιτητικά η φωνή της Σορίλεα πίσω της.
Η Εγκουέν ένιωσε περήφανη για τον εαυτό της. Γύρισε γαλήνια και στάθηκε αντιμέτωπη με τη Σοφή του Φρουρίου Σέντε. Η Σορίλεα ήταν του Τζάρα Τσαρήν, είχε αραιά λευκά μαλλιά και πρόσωπο που έμοιαζε με στεγνωμένο πετσί τεντωμένο πάνω στο κρανίο της. Ήταν όλο νεύρα και κόκαλα, και παρ’ όλο που μπορούσε να διαβιβάσει, ήταν πιο αδύνατη στη χρήση της Δύναμης από τις περισσότερες μαθητευόμενες που είχε συναντήσει η Εγκουέν. Αν ήταν στον Πύργο, σίγουρα θα την είχαν διώξει όταν τελείωνε από μαθητευόμενη. Φυσικά, η διαβίβαση δεν μετρούσε πολύ μεταξύ των Σοφών. Όποιοι κι αν ήταν οι μυστηριώδεις κανόνες που κυβερνούσαν τις Σοφές, η αρχηγία ανήκε πάντα στη Σορίλεα όταν ήταν μπροστά. Της Εγκουέν της φαινόταν ότι ήταν απλώς από τη δύναμη της θέλησής της.
Ένα ολόκληρο κεφάλι ψηλότερη από την Εγκουέν, όπως συνέβαινε με τις περισσότερες Αελίτισσες, η Σορίλεα την κοίταζε με τα πράσινα μάτια της, και το βλέμμα ήταν τόσο δυνατό που μπορούσε να ρίξει κάτω και ταύρο. Αυτό ήταν μια ανακούφιση· η Σορίλεα όλους έτσι τους κοίταζε. Αν την είχε ενοχλήσει κάτι, τότε οι τοίχοι θα σωριάζονταν όπου έπεφτε το βλέμμα της κι οι ταπισερί θα έπιαναν φωτιά. Τουλάχιστον έτσι της φαινόταν.
«Ήρθα να δω τον Ραντ», είπε η Εγκουέν. «Μου φάνηκε καλή άσκηση να έρθω περπατώντας από τις σκηνές». Σίγουρα ήταν καλύτερη από το να κάνει πέντε-έξι φορές το γύρο των τειχών της πόλης με ζωηρό βήμα, που ήταν για τους Αελίτες η συνηθισμένη ελαφριά εξάσκηση. Έλπισε να μην ρωτούσε η Σορίλεα το γιατί. Δεν της άρεσε να λέει ψέματα στις Σοφές.
Η Σορίλεα την κοίταξε για μια στιγμή ακόμα σαν να είχε μυριστεί κάτι, και μετά έσιαξε το επώμιό της στους στενούς ώμους της και είπε, «Δεν είναι εδώ. Πήγε στη σχολή του. Η Μπερελαίν Πεηρόν άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα ήταν συνετό να τον ακολουθήσει κανείς, κι εγώ συμφωνώ».
Η Εγκουέν κόπιασε για να διατηρήσει την ήρεμη έκφρασή της. Το ότι οι Σοφές είχαν συμπαθήσει την Μπερελαίν ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε. Την αντιμετώπιζαν ως γυναίκα φρόνιμη και σεβαστή, κάτι που για την Εγκουέν ήταν εντελώς παράλογο, κι όχι επειδή ο Ραντ της είχε δώσει εξουσία. Οι Σοφές δεν έδιναν σημασία στις εξουσίες των υδρόβιων. Της φαινόταν γελοίο. Η Μαγενή επιδεικνυόταν με σκανδαλιστικά ρούχα και φλέρταρε με εξωφρενικό τρόπο — και δεν περιοριζόταν μόνο στο φλερτ, όπως πίστευε μέσα της η Εγκουέν δυσοίωνα. Δεν ήταν το είδος της γυναίκας που η Άμυς θα έπρεπε να της χαμογελά σαν σε αγαπημένη θυγατέρα. Ούτε η Σορίλεα.