Ο νους της γέμισε με απρόσκλητες σκέψεις του Γκάγουιν. Ήταν μονάχα όνειρο και μάλιστα δικό του όνειρο. Δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτό που έκανε η Μπερελαίν.
«Όταν τα μάγουλα μιας νεαρής κοκκινίζουν δίχως προφανή λόγο», είπε η Σορίλεα, «τότε συνήθως υπάρχει άνδρας στη μέση. Ποιος άνδρας τράβηξε το ενδιαφέρον σου; Θα σε δούμε σύντομα να αφήνεις γαμήλιο στεφάνι στα πόδια του;»
«Οι Άες Σεντάι σπανίως παντρεύονται», της είπε ψυχρά η Εγκουέν.
Η γυναίκα με το τραχύ πρόσωπο ξεφύσησε με χλευασμό, με ήχο σαν ύφασμα που σκιζόταν. Οι Κόρες κι οι Σοφές, κι όλοι οι Αελίτες ίσως να είχαν αποφασίσει ότι η Εγκουέν δεν ήταν Άες Σεντάι όσο μαθήτευε με την Άμυς και τις άλλες, όμως η Σορίλεα το τραβούσε ακόμα παραπέρα. Φαινόταν να πιστεύει ότι είχε γίνει Αελίτισσα. Εκτός αυτού, η Σορίλεα νόμιζε ότι μπορούσε να χώνει τη μύτη της παντού. «Θα παντρευτείς, κοπέλα μου. Δεν είσαι από κείνες που γίνονται Φαρ Ντάραϊς Μάι και νομίζουν ότι οι άνδρες στην καλύτερη περίπτωση είναι άθλημα σαν το κυνήγι. Αυτοί οι γοφοί έχουν φτιαχτεί για μωρά, και να δεις που θα έρθουν».
«Μπορείς να μου πεις πού να περιμένω τον Ραντ;» ρώτησε η Εγκουέν, με πιο αχνή φωνή απ’ όσο ήθελε. Η Σορίλεα δεν ήταν ονειροβάτισσα, ικανή να ερμηνεύει όνειρα, και δεν είχε την ικανότητα της Πρόβλεψης, αλλά μπορούσε να μιλά τόσο συγκεκριμένα που τα λεγόμενα της έμοιαζαν αναπόφευκτα. Τα μωρά του Γκάγουιν. Μα το Φως, πώς ήταν δυνατόν να φέρει στον κόσμο τα μωρά του Γκάγουιν; Στην πραγματικότητα, οι Άες Σεντάι σχεδόν ποτέ δεν παντρεύονταν. Ήταν σπάνιος ο άνδρας που ήθελε να παντρευτεί μια γυναίκα η οποία με τη Δύναμη μπορούσε να του φερθεί σαν σε παιδί, αν το ήθελε.
«Από δω πέρα», είπε η Σορίλεα. «Μήπως ήταν ο Σάντουιν, το ζωηρό παλικαράκι από το Αληθινό Αίμα, που είδα να τριγυρνά τη σκηνή της Άμυς χτες; Η ουλή κάνει το υπόλοιπο πρόσωπό του να δείχνει πιο ωραίο...»
Η Σορίλεα συνέχισε να πετά ονόματα, καθώς οδηγούσε την Εγκουέν στο παλάτι, και πάντα την κοίταζε με την άκρη του ματιού μήπως έβλεπε καμία αντίδραση. Επίσης, έβαζε τα δυνατά της για να απαριθμήσει τις χάρες του κάθε άνδρα, κι εφόσον αυτό συμπεριλάμβανε την περιγραφή του πώς έμοιαζε χωρίς ρούχα —στους Αελίτες, άνδρες και γυναίκες μοιράζονταν τις ίδιες σκηνές ατμόλουτρων— την είδε αρκετές φορές να κοκκινίζει.
Όταν πια έφτασαν στα δωμάτια όπου θα περνούσε τη νύχτα του ο Ραντ, η Εγκουέν με μεγάλη χαρά ευχαρίστησε βιαστικά τη Σορίλεα κι έκλεισε πίσω της την πόρτα του καθιστικού. Ευτυχώς που η Σορίλεα πρέπει να είχε δικές της δουλειές, αλλιώς ίσως έμπαινε μέσα με το ζόρι.
Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα, έσιαξε τα φουστάνια της κι έστρωσε το επώμιό της. Δεν χρειαζόταν, όμως ένιωθε σαν να είχε κατρακυλήσει από λόφο. Της Σορίλεα της άρεσε να κάνει την προξενήτρα και με το παραπάνω. Ήταν ικανή να φτιάξει το γαμήλιο στεφάνι εκ μέρους κάποιας, να τη σύρει για να το αποθέσει στα πόδια του άνδρα που είχε διαλέξει η ίδια, και να τον αναγκάσει δια της βίας να το πάρει. Μπορεί να μην υπήρχε κυριολεκτικά σύρσιμο ή βία, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ίδιο. Φυσικά, η Σορίλεα δεν θα έφτανε σ’ αυτά τα άκρα με την Εγκουέν. Η σκέψη την έκανε να χαχανίσει. Στο κάτω-κάτω, η Σορίλεα δεν πίστευε στ’ αλήθεια ότι είχε γίνει Αελίτισσα· ήξερε ότι η Εγκουέν ήταν Άες Σεντάι, ή τουλάχιστον αυτό πίστευε. Μπα, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί για κάτι τέτοιο!
Με τα χέρια στο διπλωμένο γκρίζο μαντίλι που κρατούσε τα μαλλιά της πίσω, άκουσε τον ήχο από μαλακά βήματα στην κρεβατοκάμαρα και πάγωσε. Αν ο Ραντ μπορούσε να πηδήξει από το Κάεμλυν στην Καιρχίν, ίσως είχε πηδήξει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρά του. Κι ίσως κάποιος —ή κάτι— να τον περίμενε εκεί. Αγκάλιασε το σαϊντάρ κι ύφανε αρκετά άσχημα πράγματα, έτοιμη να τα χρησιμοποιήσει. Μια γκαϊ’σάιν βγήκε έξω, με τα χέρια γεμάτα στοίβες σεντόνια και τινάχτηκε βλέποντας την. Η Εγκουέν άφησε το σαϊντάρ κι έλπισε να μην είχε κοκκινίσει πάλι.
Η Νιέλα ήταν φτυστή η Αβιέντα, τόσο που η Εγκουέν ξαφνιάστηκε όταν την πρωτοείδε στο λευκό χιτώνα με τη βαθιά κουκούλα. Μετά, όμως, συνειδητοποίησε ότι έβλεπε ένα πρόσωπο έξι-επτά χρόνια μεγαλύτερο, που δεν το είχε φάει ο ήλιος, και κάπως πιο παχουλό. Η αδελφή της Αβιέντα δεν ήταν ποτέ Κόρη της Λόγχης: αντιθέτως ήταν υφάντρα κι είχε θητεύσει πάνω από το μισό του ενός χρόνου και της μιας μέρας που ήταν το κανονικό.