Η Εγκουέν δεν τη χαιρέτησε· θα ήταν ντροπή για τη Νιέλα. «Θα έρθει γρήγορα ο Ραντ;» ρώτησε.
«Ο Καρ’α’κάρν θα έρθει όταν θα έρθει», αποκρίθηκε η Νιέλα με το βλέμμα ταπεινά χαμηλωμένο. Αυτό ήταν ακόμα πιο παράδοξο· στο πρόσωπο της Αβιέντα, όσο παχουλό κι αν γινόταν, η ταπεινοφροσύνη ήταν κάτι αταίριαστο. «Οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι όταν έρθει».
«Νιέλα, έχεις καμιά ιδέα γιατί άραγε η Αβιέντα πήγε και κλείστηκε με την Αμυς, την Μπάιρ και τη Μελαίν;» Δεν είχε να κάνει με την ονειροβασία· η Σορίλεα ήταν εξίσου ανίδεη σ’ αυτό το θέμα με την Αβιέντα.
«Εδώ είναι; Όχι, δεν ξέρω γιατί». Μα τα γαλαζοπράσινα μάτια της Νιέλα στένεψαν μόλις μίλησε.
«Κάτι ξέρεις», επέμεινε η Εγκουέν. Αφού είχε αρχίσει, ας εκμεταλλευόταν την υποτακτικότητα των γκαϊ’σάιν. «Πες μου το λόγο, Νιέλα».
«Ξέρω ότι η Αβιέντα θα με γδάρει ζωντανή, αν ο Καρ’α’κάρν με βρει να στέκω με βρώμικα στρωσίδια», είπε πικρά η Νιέλα. Η Εγκουέν δεν ήξερε αν ο λόγος αφορούσε στο τζι’ε’τόχ, όμως όταν ήταν μαζί, η Αβιέντα ήταν πιο αυστηρή με την αδελφή της απ’ όσο με τους άλλους γκαϊ’σάιν.
Ο χιτώνας της Νιέλα σύρθηκε στο χαλί με τα σχέδια καθώς προχωρούσε βιαστικά προς την πόρτα, όμως η Εγκουέν την έπιασε από το μανίκι. «Όταν έρθει η ώρα, θα βγάλεις το λευκό;»
Η ερώτηση ξεπερνούσε τα όρια της ευπρέπειας κι η ταπεινότητα εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα κύμα υπερηφάνειας που έφτανε και περίσσευε για μια Κόρη. «Το αντίθετο θα ήταν κοροϊδία για το τζι’ε’τόχ», είπε παγερά η Νιέλα. Ένα μειδίαμα άνθισε ξαφνικά στα χείλη της. «Εκτός αυτού, θα έρθει να με βρει ο άνδρας μου, και σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα χαιρόταν καθόλου». Το προσωπείο της ταπεινότητας ξαναγύρισε· το βλέμμα της χαμήλωσε. «Μπορώ να πηγαίνω τώρα; Αν είναι εδώ η Αβιέντα, θα προτιμούσα να την αποφύγω, αν μπορώ, και θα έρθει σ’ αυτά τα διαμερίσματα».
Η Εγκουέν την άφησε να φύγει. Ούτως ή άλλως, δεν είχε δικαίωμα να ρωτήσει· ήταν ντροπή να ρωτάς τους γκαϊ’σάιν για τη ζωή πριν και μετά το λευκό. Ένιωθε λίγη ντροπή μέσα της, αν και φυσικά δεν προσπαθούσε να ακολουθήσει το τζι’ε’τόχ. Παρά μόνο όσο χρειαζόταν για λόγους ευγένειας.
Μονάχη πια, ξαπλώθηκε σε μια σκαλισμένη, επίχρυση καρέκλα, και τη βρήκε άβολη μετά από τόσον καιρό που καθόταν σταυροπόδι σε μαξιλαράκια στο πάτωμα. Δίπλωσε τα πόδια κάτω από το κορμί της κι αναρωτήθηκε τι άραγε συζητούσε η Αβιέντα με την Αμυς και τις άλλες δύο. Περί του Ραντ, ήταν σχεδόν σίγουρο. Ήταν πάντα το μέλημα των Σοφών. Δεν τις ενδιέφεραν οι υδρομερίτικες Προφητείες του Δράκοντα, αλλά ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά την Προφητεία του Ρουίντιαν. Όταν κατέστρεφε τους Αελίτες, όπως έλεγε η προφητεία, θα σώζονταν «τα υπολείμματα των υπολειμμάτων» κι ήθελαν να είναι αυτά τα υπολείμματα όσο το δυνατόν περισσότερα.
Γι’ αυτό έβαζαν την Αβιέντα να τον έχει από κοντά. Τόσο κοντά που δεν ήταν σωστό. Ήταν σίγουρη ότι αν πήγαινε στην κρεβατοκάμαρά του, θα έβρισκε ένα στρωματάκι στο πάτωμα για την Αβιέντα. Πάντως, οι Αελίτες έβλεπαν τα πράγματα με άλλο μάτι. Οι Σοφές ήθελαν να του διδάξει η Αβιέντα τους Αελίτικους τρόπους και τα έθιμα, και να του θυμίζει ότι κυλούσε Αελίτικο αίμα στις φλέβες του, παρ’ όλο που δεν τον είχαν αναθρέψει αυτοί. Κι αυτό μάλλον το θεωρούσαν δουλειά που συνεχιζόταν κάθε ώρα και στιγμή, και, με δεδομένο τι αντιμετώπιζαν, η Εγκουέν δεν τις κατηγορούσε πολύ. Από την άλλη μεριά, όμως, δεν ήταν σωστό να βάζεις μια γυναίκα να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με έναν άνδρα.
Πάντως η Εγκουέν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για το πρόβλημα της Αβιέντα, ειδικά από τη στιγμή που η Αβιέντα δεν φαινόταν να βλέπει το πρόβλημα. Έγειρε στον αγκώνα της και προσπάθησε να σκεφτεί πώς θα προσέγγιζε τον Ραντ. Το κλωθογύρισε στο νου της, αλλά δεν είχε καταλήξει πουθενά όταν πια εκείνος μπήκε μέσα, μουρμουρίζοντας κάτι στους δύο Αελίτες στο διάδρομο πριν κλείσει την πόρτα.
Η Εγκουέν πετάχτηκε σαν σούστα. «Ραντ, πρέπει να με βοηθήσεις με τις Σοφές· εσένα σε ακούνε», ξέσπασε, πριν μπορέσει να κρατηθεί. Δεν ήταν καθόλου αυτά που σκόπευε να πει.
«Κι εγώ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω», της είπε χαμογελώντας. Κρατούσε εκείνο το κομμάτι της Σωντσανής λόγχης, κι είχε σκαλίσει πάνω Δράκοντες από την τελευταία φορά που τον είχε δει εκείνη. Μέσα της ευχήθηκε να ήξερε πού είχε βρει ο Ραντ αυτό το πράγμα· ό,τι είχε σχέση με τους Σωντσάν της έφερνε ανατριχίλα. «Είμαι καλά, Εγκουέν, σ’ ευχαριστώ. Εσύ; Δείχνεις να έχεις ξαναβρεί τον εαυτό σου, γεμάτη ζωντάνια όπως πάντα». Φαινόταν τόσο κουρασμένος. Και σκληρός, τόσο σκληρός που το χαμόγελο φαινόταν παράξενο. Κάθε φορά που τον έβλεπε φαινόταν πιο σκληρός.