«Δεν θέλω κρύα αστειάκια», του είπε αγριοκοιτώντας τον. Το καλύτερο θα ήταν να συνέχιζε όπως είχε αρχίσει. Ήταν καλύτερο αυτό παρά να υποχωρούσε και να ξανάρχιζε, κάτι που θα του έδινε λόγο να χαμογελάσει πλατιά. «Θα με βοηθήσεις;»
«Πώς;» Σαν να ήταν στο σπίτι του —στο κάτω-κάτω, δικά του ήταν τα διαμερίσματα— πέταξε τη λόγχη με τα κρόσσια σε ένα τραπεζάκι με πόδια σκαλισμένα όλο λεοπαρδάλεις, κι έβγαλε τη ζώνη του σπαθιού και το σακάκι του. Για κάποιο λόγο δεν ίδρωνε, ακριβώς όπως κι οι Αελίτες. «Οι Σοφές με ακούνε, όμως ακούνε μόνο ό,τι θέλουν. Έχω μάθει να αναγνωρίζω την ανέκφραστη όψη που παίρνουν όταν νομίζουν ότι λέω σαχλαμάρες, κι αντί να με ντροπιάσουν λέγοντάς το ευθέως, αντί να διαφωνήσουν, απλώς με αγνοούν». Γύρισε μια επίχρυση καρέκλα προς το μέρος της κι άραξε μέσα, απλώνοντας μπροστά του τα πόδια μέσα στις μπότες του. Ακόμα κι αυτό κατάφερνε να το κάνει με ένα υπεροπτικό ύφος. Αφού τόσοι άνθρωποι του έκαναν υποκλίσεις.
«Μερικές φορές πράγματι λες σαχλαμάρες», μουρμούρισε εκείνη. Για κάποιο λόγο, το ότι δεν είχε χρόνο να σκεφτεί την έκανε να συγκεντρώσει καλύτερα τις σκέψεις της. Έσιαξε προσεκτικά το επώμιό της και στάθηκε μπροστά του. «Ξέρω ότι θα ήθελες να ξαναμάθεις νέα της Ηλαίην». Γιατί φάνηκε τόση λύπη στο πρόσωπό του και την ίδια στιγμή μια παγωνιά; Μάλλον επειδή είχε πολύ καιρό να ακούσει νέας της. «Αμφιβάλλω αν η Σέριαμ έχει δώσει στις Σοφές πολλά μηνύματα εκ μέρους της για σένα». Κανένα απ’ όσο ήξερε η Εγκουέν, αν κι ο Ραντ σπανίως πήγαινε στην Καιρχίν για να τα πάρει αν υπήρχαν. «Σε εμένα η Ηλαίην θα εμπιστευόταν ένα τέτοιο μήνυμα. Μπορώ να σου τα φέρνω, αν πείσεις την Άμυς ότι έχω αναρρώσει αρκετά για να... για να επιστρέψω στα μαθήματα μου».
Ευχήθηκε να μην είχε σπάσει η φωνή της, όμως ο Ραντ ήδη ήξερε για την ονειροβασία, αν όχι και για τον Τελ’αράν’ριοντ. Σχεδόν τα πάντα περί ονειροβασίας εκτός από το όνομα ήταν ένα καλοφυλαγμένο μυστικό μεταξύ των Σοφών, ειδικά σε κείνες που είχαν την ικανότητα. Η Εγκουέν δεν είχε δικαίωμα να αποκαλύπτει τα μυστικά τους.
Εκείνη δίστασε, αλλά η συμφωνία ανάμεσα στην ίδια, στη Νυνάβε και την Ηλαίην —μα το Φως, πριν από πόσον καιρό την είχαν κάνει;— ίσχυε ακόμη. Ο Ραντ δεν ήταν το αγόρι που είχε μεγαλώσει μαζί με την Εγκουέν. Ήταν άνδρας, σίγουρος για τον εαυτό του, και, παρά τον τόνο της φωνής του, τα μάτια του απαιτούσαν απάντηση. Αν οι Άες Σεντάι κι οι Σοφές έβγαζαν σπίθες μεταξύ τους, ο Ραντ κι οι Άες Σεντάι θα άναβαν πυρκαγιά. Έπρεπε να υπάρχει μια μόνωση μεταξύ αυτών των δύο, κι η μόνη διαθέσιμη ήταν οι τρεις κοπέλες. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, αν κι η Εγκουέν ευχόταν να μην γινόταν οι τρεις τους παρανάλωμα του πυρός. «Δεν μπορώ να σου το πω, Ραντ. Δεν έχω το δικαίωμα. Δεν είναι στο χέρι μου να το πω». Κάτι που ήταν η αλήθεια. Ούτε βεβαίως μπορούσε να του πει πού ήταν το Σαλιντάρ, πέρα από την Αλτάρα, κάπου πλησίον του ποταμού Έλνταρ.
Ο Ραντ έγειρε μπροστά με ένταση. «Ξέρω ότι είναι μαζί με Άες Σεντάι. Μου είπες ότι αυτές οι Άες Σεντάι θα με υποστηρίξουν, ή ότι θα μπορούσαν να με υποστηρίξουν. Με φοβούνται; Αν ναι, τότε θα ορκιστώ να μην τις ζυγώσω. Εγκουέν. Η πρόθεση μου είναι να δώσω στην Ηλαίην το Θρόνο του Λιονταριού και το Θρόνο του Ήλιου. Έχει δικαίωμα να διεκδικήσει και τους δύο· η Καιρχίν θα την αποδεχθεί με την ευκολία που θα την αποδεχθεί το Άντορ. Τη χρειάζομαι, Εγκουέν».
Η Εγκουέν άνοιξε το στόμα — και συνειδητοποίησε ότι ήταν έτοιμη να του ξεφουρνίσει ό,τι ήξερε για το Σαλιντάρ. Κρατήθηκε μόλις την τελευταία στιγμή, έσφιξε τόσο γερά τα δόντια της που ένιωσε ένα πόνο στο σαγόνι, κι ανοίχτηκε στο σαϊντάρ. Η γλυκιά αίσθηση της ζωής, τόσο δυνατή που κατέκλυζε τα πάντα, της έκανε καλό· η παρόρμησή της να τα πει όλα καταλάγιασε.
Ο Ραντ κάθισε πίσω μ’ ένα στεναγμό κι αυτή το κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. Άλλο πράγμα ήταν να ξέρει ότι ο Ραντ ήταν ο ισχυρότερος τα’βίρεν από τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο, κι άλλο να παρασέρνεται κι η ίδια. Της ήρθε να αγκαλιαστεί μόνη της τρέμοντας.
«Δεν θα μου πεις», της είπε. Δεν ήταν ερώτηση. Έτριψε με δύναμη τους πήχεις του πάνω από τα μανίκια του, κάτι που της θύμισε ότι κρατούσε το σαϊντάρ· από τόσο κοντά, ο Ραντ θα το ένιωθε σαν αμυδρό γαργαλητό. «Νομίζεις ότι θα σου το αποσπάσω δια της βίας;» ξέσπασε, με ξαφνικό θυμό. «Είμαι τέτοιο τέρας που χρειάζεσαι τη Δύναμη για να σε προστατέψει από μένα;»