«Δεν χρειάζομαι τίποτα να με προστατέψει από σένα», είπε εκείνη, όσο πιο ατάραχα μπορούσε. Ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται. Ήταν ο Ραντ, κι επίσης ήταν ένας άνδρας που μπορούσε να διαβιβάζει. Ένα μέρος του εαυτού της ήταν έτοιμο να ξεσπάσει σε παραλήρημα και θρήνο. Ντρεπόταν, όμως αυτό δεν βοηθούσε. Άφησε το σαϊντάρ και λυπήθηκε που το έκανε με μια δόση απροθυμίας. Όμως δεν είχε σημασία· αν κατέληγαν να αναμετρηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο, τότε, εκτός αν αυτή τον θωράκιζε πρώτα, ο Ραντ θα την νικούσε πανεύκολα. «Ραντ, λυπάμαι που δεν μπορώ να σε βοηθήσω, αλλά δεν μπορώ. Έστω κι έτσι, σου ζητώ ξανά να με βοηθήσεις. Ξέρεις ότι μ’ αυτόν τον τρόπο βοηθάς τον εαυτό σου».
Ένα ζαβολιάρικο χαμόγελο κατάπιε το θυμό του· ήταν τρομαχτικό το πόσο γοργά άλλαζε διαθέσεις. «Ένα γατάκι για ένα καπελάκι ή ένα καπελάκι για ένα γατάκι», της παρέθεσε.
Και τίποτα για το τίποτα, συμπλήρωσε εκείνη μέσα της. Είχε ακούσει να το λένε οι κάτοικοι του Τάρεν Φέρυ όταν ήταν μικρή. «Βάλε το γατάκι στο καπελάκι και χώστο στο παντελονάκι σου, Ραντ αλ’Θόρ», του είπε ψυχρά. Κατάφερε να μη βροντήξει την πόρτα πίσω της, αν και με μεγάλο κόπο.
Καθώς έφευγε με μεγάλες δρασκελιές, αναρωτήθηκε τι θα έκανε. Με κάποιον τρόπο έπρεπε να πείσει τις Σοφές να ξαναμπεί στον Τελ’αράν’ριοντ — νομίμως, για να το πούμε έτσι. Κάποια στιγμή ο Ραντ θα συναντούσε τις Άες Σεντάι του Σαλιντάρ, και θα ήταν καλό αν η Εγκουέν μπορούσε να ξαναμιλήσει στην Ηλαίην ή τη Νυνάβε πριν γίνει αυτό. Είχε ξαφνιαστεί λιγάκι που η Σαλιντάρ δεν τον είχε προσεγγίσει ήδη· τι εμπόδιζε τη Σέριαμ και τις άλλες; Πάντως, η Εγκουέν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό, και μάλλον εκείνες ήξεραν περισσότερα απ’ αυτήν.
Ένα πράγμα ανυπομονούσε να πει στην Ηλαίην. Ο Ραντ τη χρειαζόταν. Φαινόταν πιο ειλικρινής από ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Αυτό θα καθησύχαζε όλες τις ανησυχίες της για το αν την αγαπούσε. Κανένας άνδρας δεν θα έλεγε μ’ αυτόν τον τρόπο ότι σε χρειαζόταν, αν δεν σε αγαπούσε.
Για λίγες στιγμές ο Ραντ έμεινε να κοιτάζει την πόρτα που είχε κλείσει πίσω από την Εγκουέν. Δεν ήταν πια το κοριτσόπουλο μαζί με το οποίο είχε μεγαλώσει. Φορώντας αυτά τα Αελίτικα ρούχα, κατόρθωνε να μιμείται μια χαρά τις Σοφές —με εξαίρεση το ύψος, δηλαδή· ήταν μια κοντή Σοφή με μεγάλα μαύρα μάτια— αλλά, βέβαια, η Εγκουέν όταν έκανε κάτι το έκανε με όλη της την καρδιά. Είχε μείνει ατάραχη σαν Άες Σεντάι, κι είχε αδράξει το σαϊντάρ όταν είχε πιστέψει πως την απειλούσε. Ο Ραντ έπρεπε να το θυμάται αυτό. Ό,τι ρούχα και να φορούσε η Εγκουέν, ήθελε να γίνει Άες Σεντάι, και θα φυλούσε τα μυστικά των Άες Σεντάι, ακόμα κι αν αυτός της ξεκαθάριζε ότι χρειαζόταν την Ηλαίην για να εδραιώσει την ειρήνη σε δύο έθνη. Έπρεπε να τη θεωρεί Άες Σεντάι. Ήταν θλιβερό.
Σηκώθηκε όρθιος κουρασμένα κι έβαλε πάλι το σακάκι του. Είχε να δει τους Καιρχινούς ευγενείς, την Κολαβήρ και τον Μαρίνγκιλ, τον Ντομπραίν και τους άλλους. Και τους Δακρυνούς· ο Μάιλαν κι ο Άρακομ κι η φάρα τους θα ταράζονταν αν παραχωρούσε στους Καιρχινούς μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο σ’ αυτούς. Οι Σοφές επίσης θα ήθελαν να τον δουν με τη σειρά τους, ενώ ακόμα δεν είχε δει σήμερα τον Τίμολαν και τους άλλους αρχηγούς φατρίας. Τι ήθελε κι είχε φύγει από το Κάεμλυν; Τουλάχιστον, η συζήτηση με τον Χέριντ ήταν ευχάριστη· μπορεί βέβαια να μην ήταν ευχάριστες οι ερωτήσεις που είχαν προκύψει, άλλα ήταν ωραίο να συζητάει με κάποιον που δεν θυμόταν ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Κι είχε βρει λίγο χρόνο στη διάθεση του χωρίς ένα τσούρμο Αελίτες να τον περιτριγυρίζουν· ίσως έβρισκε λίγο ακόμα.
Το βλέμμα του έπεσε στο είδωλό του στον καθρέφτη με την επίχρυση κορνίζα. «Τουλάχιστον δεν της έδειξες ότι είσαι κουρασμένος», είπε στην αντανάκλαση του. Ήταν μια από τις πιο περιεκτικές συμβουλές της Μουαραίν. Μη σε δουν ποτέ σε στιγμή αδυναμίας. Θα μάθαινε από δω και πέρα να θεωρεί την Εγκουέν μια από εκείνες.
Η Σούλιν έδειχνε να κάθεται αναπαυτικά οκλαδόν στον κήπο κάτω από τα δωμάτια του Ραντ αλ’Θόρ και να πετά ένα μικρό μαχαίρι στο χώμα, παίζοντας φλιπ για να διασκεδάσει. Από ένα παράθυρο ακούστηκε το κρώξιμο μιας κουκουβάγιας των βράχων, κι αυτή πετάχτηκε όρθια με μια βλαστήμια κι έχωσε το μαχαίρι στη ζώνη της. Ο Ραντ αλ’Θόρ είχε φύγει πάλι από τα διαμερίσματά του. Αυτή η μέθοδος δεν ήταν η καλύτερη για να τον φρουρούν. Αν είχε εδώ την Ενάιλα ή τη Σομάρα, θα τις έβαζε να τον ακολουθούν. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η Σούλια θα προσπαθούσε να τον προστατεύσει από τέτοιες βλακείες, όπως θα έκανε για έναν πρωταδελφό της.
Έτρεξε στην κοντινότερη είσοδο όπου βρήκε άλλες τρεις Κόρες —καμία απ’ αυτές δεν είχε έρθει μαζί της— κι άρχισαν να ψάχνουν τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, προσπαθώντας να δείχνουν ότι απλώς περπατούσαν. Ό,τι κι αν ήθελε ο Καρ’α’κάρν, τίποτα δεν έπρεπε να συμβεί στον μόνο γιο Κόρης που είχε ξαναγυρίσει ποτέ σ’ αυτές.