Выбрать главу

19

Ζήτημα Τοχ

Ο Ραντ στην αρχή πίστευε ότι απόψε θα κοιμόταν μια χαρά. Ήταν τόσο κουρασμένος που σχεδόν θα ξεχνούσε το άγγιγμα της Αλάνα, και, το σημαντικότερο, η Αβιέντα ήταν στις σκηνές με τις Σοφές και δεν ξεντυνόταν για να πλαγιάσει με πλήρη αδιαφορία για την παρουσία του, ούτε τάραζε την ανάπαυσή του με τον ήχο της ανάσας της. Κάτι άλλο, όμως, τον έκανε να στριφογυρίζει. Τα όνειρα. Πάντα έβαζε ξόρκια φύλαξης στα όνειρά του για να διώχνουν τους Αποδιωγμένους —και τις Σοφές— αλλά αυτά τα ξόρκια δεν έδιωχναν αυτό που ήδη υπήρχε μέσα. Έβλεπε στα όνειρά του μεγάλα λευκά πλάσματα, σαν πελώριες φτερούγες πουλιών δίχως το σώμα των πουλιών, που σάλπαραν στους ουρανούς· λαμπρές πόλεις με κτήρια απίστευτου ύψους να γυαλίζουν στον ήλιο, ενώ μορφές σαν σκαθάρια και πεπλατυσμένες σταγόνες χιμούσαν στους δρόμους. Όλα τούτα τα είχε ξαναδεί, μέσα στο πελώριο τερ’ανγκριάλ στο Ρουίντιαν όπου είχε κερδίσει τους Δράκοντες στους πήχεις του, κι ήξερε ότι ήταν εικόνες της Εποχής των Θρύλων, όμως αυτή τη φορά όλα ήταν τελείως διαφορετικά. Όλα έμοιαζαν στρεβλά, τα χρώματα ήταν... λάθος, σαν να είχαν πάθει κάτι τα μάτια του. Τα σο-γουίνγκ έκοβαν ταχύτητα κι έπεφταν, μεταφέροντας εκατοντάδες ανθρώπους στο χαμό τους. Κτήρια σωριάζονταν σαν γυαλί, πόλεις πυρπολούνταν, η γη συνταρασσόταν σαν φουρτουνιασμένος ωκεανός. Κι άπειρες φορές ο Ραντ αντίκριζε μια πανέμορφη χρυσομαλλούσα κι έβλεπε την αγάπη να γίνεται τρόμος στο πρόσωπό της. Ένα μέρος του εαυτού του τη γνώριζε. Ένα μέρος του εαυτού του ήθελε να τη σώσει από τον Σκοτεινό, από κάθε κακό, από αυτό που ο ίδιος επρόκειτο να κάνει. Τόσα μέρη του εαυτού του, με το μυαλό του να έχει διαλυθεί σε λαμπυρίζοντα θραύσματα, που όλα ούρλιαζαν.

Ξύπνησε στο σκοτάδι, ιδρωμένος, τρέμοντας. Τα όνειρα του Λουζ Θέριν. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί, δεν είχε ονειρευτεί ποτέ τα όνειρα του άλλου. Έμεινε ξαπλωμένος εκεί τις ώρες που απέμεναν ως το χάραμα, ατενίζοντας το τίποτα, φοβούμενος να κλείσει τα μάτια. Κρατούσε το σαϊντίν λες και μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να πολεμήσει τον νεκρό, όμως ο Λουζ Θέριν έμεινε βουβός.

Όταν επιτέλους αχνόφεξε στα παράθυρα, ένας γκαϊ’σάιν μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο κρατώντας ένα ασημένιο δίσκο σκεπασμένο με πανί. Βλέποντας τον Ραντ ξυπνητό, δεν μίλησε, μόνο υποκλίθηκε κι έφυγε εξίσου βουβά. Με τη Δύναμη μέσα του, ο Ραντ μύρισε κρασί με μπαχαρικά, ζεστό ψωμί, βούτυρο και μέλι, το καυτό πόριτζ που έτρωγαν οι Αελίτες στην έρημο, όλα αυτά λες κι είχε χώσει τη μύτη στο δίσκο. Άφησε τη Δύναμη, ντύθηκε, ζώστηκε το σπαθί του. Δεν άγγιξε το πανί που σκέπαζε το δίσκο· δεν είχε όρεξη να φάει. Κρατώντας το Σκήπτρο του Δράκοντα στη γωνιά του αγκώνα του, βγήκε από τα διαμερίσματά του.

Οι Κόρες ήταν πάλι στον πλατύ διάδρομο με τη Σούλιν και τον Ούριεν και τις Κόκκινες Ασπίδες του, μα δεν ήταν μόνο αυτοί. Υπήρχε κόσμος πατείς με-πατώ σε στο διάδρομο πέρα από τους φρουρούς. Και κάποιο εντός του κλοιού. Η Αβιέντα στεκόταν μαζί με μια αντιπροσωπεία των Σοφών, που συμπεριλάμβανε την Άμυς και τη Μπάιρ και τη Μελαίν, τη Σορίλεα φυσικά, η Τσήλιν της σέπτας του Καπνόνερου του Μιαγκόμα Άελ που είχε γκρίζες πινελιές στα σκουροκόκκινα μαλλιά της, κι η Εντάρα, μια Νέντερ Σιάντε που δεν φαινόταν πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο, αν κι ήδη είχε μια ακλόνητη αταραξία στα γαλανά μάτια της κι αγέρωχη πόζα αντίστοιχη των υπόλοιπων. Ήταν μαζί τους κι η Μπερελαίν, αλλά όχι ο Ρούαρκ, ούτε οι άλλοι αρχηγοί φατρίας. Όσα είχε να πει μαζί τους είχαν ειπωθεί, κι οι Αελίτες δεν χρονοτριβούσαν. Αλλά τι γύρευαν εκεί οι Σοφές; Ή η Μπερελαίν; Το λευκοπράσινο φόρεμα που είχε αυτό το πρωί πρόσφερε μια ευχάριστη θέα του χλωμού κόρφου της.

Κι έπειτα υπήρχαν οι Καιρχινοί, έξω από τον κλοιό των Αελιτών: η Κολαβήρ, μια εντυπωσιακή μεσήλικη, με τα μελαχρινά μαλλιά της να σχηματίζουν έναν περίπλοκο πύργο από μπούκλες, ενώ οριζόντιες σχισμές τόνιζαν την τουαλέτα της, από τον ψηλό χρυσοκέντητο γιακά ως κάτω από τα γόνατα, περισσότερες σχισμές απ’ όσες στα ρούχα των υπόλοιπων εκεί· ο Ντομπραίν, που είχε ξυρισμένο το μπροστινό τμήμα των σχεδόν ολόγκριζων μαλλιών του σε στρατιωτικό στυλ και το σακάκι του ήταν φθαρμένο από τα λουριά του θώρακα της πανοπλίας του· ο Μαρίνγκιλ, με κορμί ίσιο σαν λεπίδα και λευκά μαλλιά που άγγιζαν τους ώμους του, ο οποίος δεν είχε ξυρίσει τα μαλλιά του, και το σκούρο μεταξωτό σακάκι του, με ρίγες, σαν του Ντομπραίν, που έφταναν σχεδόν ως τα γόνατα, ήταν ό,τι έπρεπε για επίσημο χορό. Καμιά τριανταριά άνθρωποι ακόμα συνωθούνταν πίσω τους, κυρίως άνδρες και γυναίκες νεότερης ηλικίας, που μερικοί φορούσαν οριζόντιες ρίγες οι οποίες έφταναν χαμηλά σχεδόν ως τη μέση. «Η χάρη να χαμογελά στον Άρχοντα Δράκοντα», μουρμούρισαν, με το χέρι στην καρδιά και βαθιές υποκλίσεις ή γονυκλισίες, κι επίσης, «Η χάρη μάς τιμά με την παρουσία του Άρχοντα Δράκοντα».