Είχαν κι οι Δακρυνοί το άγημά τους. Υψηλούς Άρχοντες κι Αρχόντισσες δίχως κατώτερους τιτλούχους, με μυτερά βελούδινα καπέλα και μεταξωτά σακάκια με φουσκωτά μανίκια με σατινένιες ρίγες, ή λαμπερές τουαλέτες με πλατιά δαντελένια κολάρα φραίζες και στενά καπέλα με πέρλες η πετράδια, που χαιρετούσαν με σεβασμό λέγοντας «Το Φως να φωτίζει τον Άρχοντα Δράκοντα». Πρώτος απ’ όλους στεκόταν ο Μάιλαν, φυσικά, λιγνός και σκληρός και ανέκφραστος, με γκρι μυτερό γενάκι. Κοντά δίπλα του ήταν η Φιόντα, που η αυστηρή έκφραση και το τραχύ βλέμμα δεν αφαιρούσε τίποτα από την ομορφιά της, ενώ το κλαψούρισμα της Αναγιέλα μείωνε τη δική της. Δεν έβλεπες κανένα χαμόγελο στο πρόσωπο του Μάρακον, με τα γαλάζια μάτια που σπάνιζαν μεταξύ των Δακρυνών, ή του φαλακρού Γκέγιαμ ή του Άρακομ, ο οποίος έμοιαζε ακόμα πιο λιγνός πλάι στο ογκώδες κορμί του Γκέγιαμ, αν κι ήταν εξίσου στιβαρός. Αυτοί εδώ —κι ο Μάιλαν μαζί— ήταν μια παρέα με τον Χηρν και τον Σίμααν. Την προηγούμενη μέρα ο Ραντ δεν είχε αναφέρει εκείνους τους δύο ούτε την προδοσία τους, αλλά ήταν σίγουρος πως είχε γίνει γνωστή εδώ, κι ήταν εξίσου σίγουρος ότι η σιωπή του είχε πάρει αντίστοιχο νόημα στο μυαλό του καθενός τους. Είχαν συνηθίσει σ’ αυτά τα πράγματα από τότε που είχαν έρθει από την Καιρχίν, κι αυτό το πρωί παρακολουθούσαν τον Ραντ λες και ξαφνικά θα έδινε διαταγές να συλληφθούν.
Η αλήθεια ήταν πως ο καθένας εκεί όλο και κάποιον παρακολουθούσε. Πολλοί κοίταζαν νευρικά τους Αελίτες, κρύβοντας συχνά το θυμό με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Άλλοι κοίταζαν εξίσου προσεκτικά την Μπερελαίν· ο Ραντ ξαφνιάστηκε βλέποντας ότι ακόμα κι οι άνδρες, ακόμα κι οι Δακρυνοί, έδειχναν περισσότερο προβληματισμό παρά λαγνεία στο πρόσωπό τους κοιτώντας την. Οι περισσότεροι, φυσικά, παρατηρούσαν τον Ραντ· ήταν αυτός που ήταν, αυτό που ήταν. Το παγερό βλέμμα της Κολαβήρ πετούσε εναλλάξ από τον Ραντ στην Αβιέντα, όπου έπιανε φωτιά· είχαν προηγούμενα μεταξύ τους, αν κι η Αβιέντα έμοιαζε να τα έχει ξεχάσει. Η Κολαβήρ όμως δεν θα ξεχνούσε το ξύλο που της είχε δώσει η Αβιέντα, όταν την είχε ανακαλύψει στα δωμάτια του Ραντ, ούτε και θα συγχωρούσε το γεγονός ότι αυτό το περιστατικό τώρα ήταν γνωστό σε όλους. Ο Μάιλαν κι ο Μαρίνγκιλ, αποφεύγοντας να διασταυρώσουν τα βλέμματα, έδειχναν καθαρά ότι είχαν προσέξει ο ένας τον άλλο. Αμφότεροι εποφθαλμιούσαν το θρόνο της Καιρχίν, και καθένας θεωρούσε ότι ο άλλος ήταν ο μεγάλος αντίπαλός του. Ο Ντομπραίν κοίταζε τον Μάιλαν και τον Μαρίνγκιλ, για κάποιο λόγο. Η Μελαίν περιεργαζόταν τον Ραντ, ενώ την ίδια την περιεργαζόταν η Σορίλεα, κι η Αβιέντα είχε χαμηλώσει συνοφρυωμένη το βλέμμα στο πάτωμα. Μια μεγαλομάτα νεαρή μεταξύ των Καιρχινών είχε τα μαλλιά της λυτά και κομμένα στους ώμους, αντί να τα έχει χτενίσει ψηλά με περίτεχνους βοστρύχους, κι ήταν ζωσμένη με σπαθί πάνω από το σκούρο φόρεμα ιππασίας της, που είχε μόνο έξι οριζόντιες σχισμές, οι οποίες άφηναν χρώμα να φανεί. Πολλές από τις άλλες δεν έκρυβαν τα περιφρονητικά μειδιάματά τους όταν της έριχναν καμιά ματιά· αυτή δεν έδειχνε να το προσέχει, καθώς πότε κοίταζε τις Κόρες με έκδηλο θαυμασμό και πότε τον Ραντ με έκδηλο φόβο. Αυτός τη θυμήθηκε. Ήταν η Σελάντε, μια από τη σωρεία των καλλονών με τις οποίες η Κολαβήρ νόμιζε πως θα υπέτασσε τον Αναγεννημένο Δράκοντα στις πλεκτάνες της, μέχρι που ο Ραντ την είχε πείσει περί του αντιθέτου. Με την αναπάντεχη βοήθεια της Αβιέντα, δυστυχώς. Έλπισε να τον φοβόταν αρκετά η Κολαβήρ, ώστε να μη δοκιμάσει να εκδικηθεί την Αβιέντα, όμως ευχήθηκε να έκανε τη Σελάντε να πιστέψει πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Δεν μπορείς να τους ευχαριστήσεις όλους, είχε πει η Μουαραίν. Δεν μπορείς να τους καταπραΰνεις όλους. Τι σκληρή γυναίκα.
Για αποκορύφωμα, οι Αελίτες κοίταζαν τους πάντες —εκτός από τις Σοφές, φυσικά. Κι εκτός από την Μπερελαίν, για κάποιο λόγο. Πάντα έβλεπαν τους υδρόβιους με μισό μάτι, όμως έκαναν λες κι η Μπερελαίν ήταν άλλη μια Σοφή.
«Με τιμάτε». Ο Ραντ έλπισε να μην ακουγόταν ξερή η φωνή του. Θα ξανάμπαινε επικεφαλής παρέλασης. Αναρωτήθηκε πού άραγε βρισκόταν η Εγκουέν. Μάλλον θα χουζούρευε στο κρεβάτι της. Σκέφτηκε για μια στιγμή να την έβρισκε και να έκανε μια τελευταία προσπάθεια να... Μπα, αν δεν του έλεγε, δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να την αναγκάσει. Κρίμα που το γεγονός ότι ήταν τα’βίρεν δεν έφερνε αποτέλεσμα εκεί που το ήθελε πιο πολύ από ποτέ. «Δυστυχώς, δεν θα μπορέσω να συζητήσω άλλο μαζί σας τώρα. Επιστρέφω στο Κάεμλυν». Το πρόβλημα που απαιτούσε την προσοχή του αυτή τη στιγμή ήταν το Άντορ. Το Άντορ κι ο Σαμαήλ.