Выбрать главу

«Οι διαταγές σου θα εκτελεστούν, Άρχοντα Δράκοντα», είπε η Μπερελαίν. «Αυτό το πρωί, ώστε να το δεις με τα μάτια σου».

«Οι διαταγές μου;»

«Ο Μάνγκιν», απάντησε εκείνη. «Του είπαμε για τώρα το πρωί». Οι περισσότερες από τις Σοφές είχαν πάρει μια ουδέτερη έκφραση, όμως η Μπάιρ κι η Σορίλεα έδειχναν καθαρά την αποδοκιμασία τους. Κατά παράξενο τρόπο, ήταν στραμμένη προς την Μπερελαίν.

«Δεν σκοπεύω να βλέπω κάθε εγκληματία που κρεμιέται», είπε ψυχρά ο Ραντ. Η αλήθεια ήταν πως το είχε ξεχάσει ή, μάλλον, το είχε διώξει από το νου του. Το να κρεμάσεις έναν άνθρωπο που συμπαθείς ήταν μια εικόνα που κανείς δεν θα ήθελε να θυμάται. Ο Ρούαρκ κι οι άλλοι αρχηγοί δεν το είχαν μνημονεύσει καν όταν είχε συζητήσει μαζί τους. Μια άλλη αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να κάνει αυτή την εκτέλεση ξεχωριστή. Οι Αελίτες έπρεπε να τηρούν το νόμο σαν όλους τους άλλους· οι Καιρχινοί κι οι Δακρυνοί έπρεπε να το δουν αυτό και να μάθουν ότι αν δεν έδειχνε εύνοια στους Αελίτες, σίγουρα δεν θα το έκανε ούτε γι’ αυτούς. Πρέπει να εκμεταλλευτείς τους πάντες και τα πάντα, σκέφτηκε, νιώθοντας άρρωστος· ευχήθηκε να ήταν τουλάχιστον δική του η σκέψη. Εκτός αυτού, δεν ήθελε να δει κανένα κρέμασμα, πολύ λιγότερο του Μάνγκιν.

Ο Μάιλαν φαινόταν συλλογισμένος και το μέτωπο του Άρακομ είχε γεμίσει κόμπους ιδρώτα, αν και μπορεί να έφταιγε η ζέστη. Η Κολαβήρ, με πρόσωπο που είχε χλωμιάσει, ήταν σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Η Μπερελαίν έριξε μια πικρή ματιά στην Μπάιρ και τη Σορίλεα, η οποία ένευσε· μήπως της είχαν πει ότι έτσι θα απαντούσε; Φαινόταν απίθανο. Οι αντιδράσεις των υπόλοιπων κυμαίνονταν από την έκπληξη ως την ικανοποίηση, όμως ο Ραντ πρόσεξε τη Σελάντε. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει κι είχε ξεχάσει τις Κόρες· εκεί που πριν κοίταζε τον Ραντ με φόβο, τώρα ήταν έντρομη. Ας είναι έτσι, σκέφτηκε ο Ραντ.

«Φεύγω αμέσως για το Κάεμλυν», τους είπε ο Ραντ. Ένας απαλός ήχος απλώθηκε σαν κυματάκι μεταξύ των Καιρχινών και των Δακρυνών, κάτι σαν στεναγμοί ανακούφισης.

Δεν ήταν παράξενο που τον συνόδευσαν όλοι ως το θάλαμο που είχαν αποκλειστικά για το Ταξίδεμά του. Με εξαίρεση την Μπερελαίν, οι Κόρες κι οι Κόκκινες Ασπίδες κράτησαν τους υδρόβιους σε απόσταση· δεν τους πολυάρεσε να αφήνουν Καιρχινούς να τον πλησιάζουν, κι ο Ραντ σήμερα χάρηκε που σταματούσαν και τους Δακρυνούς. Πολλοί έριξαν άγρια βλέμματα, κανείς όμως δεν είπε τίποτα, τουλάχιστον στον Ραντ. Ούτε κι η Μπερελαίν, που ακολουθούσε ακριβώς πίσω του με τις Σοφές και την Αβιέντα, μιλώντας χαμηλόφωνα, γελώντας μαλακά κάποιες στιγμές. Αυτό έκανε τις τρίχες του σβέρκου του να ορθωθούν. Η Μπερελαίν κι η Αβιέντα να συνομιλούν. Και να γελούν;

Στην τετράγωνη σκαλιστή πόρτα της αίθουσας του Ταξιδέματος, ο Ραντ κοίταξε προσεκτικά πάνω από το κεφάλι της Μπερελαίν, καθώς εκείνη του έκανε μια βαθιά γονυκλισία. «Θα φροντίσω την Καιρχίν δίχως φόβο κι εύνοιες μέχρι να επιστρέψεις, Άρχοντα Δράκοντα». Ίσως, παρά τον Μάνγκιν, να είχε έρθει τώρα το πρωί πραγματικά για να πει μονάχα αυτό το πράγμα, και να την ακούσουν οι άλλοι ευγενείς. Για κάποιο λόγο, η αντίδραση της Σορίλεα ήταν ένα ανεκτικό χαμόγελο. Ο Ραντ έπρεπε να μάθει τι συνέβαινε εκεί· δεν θα επέτρεπε στις Σοφές να έρθουν σε αντιπαράθεση με την Μπερελαίν. Οι άλλες Σοφές είχαν πάρει την Αβιέντα κατά μέρος· της μιλούσαν μια-μια, με έντονο ύφος, αν και τα λόγια δεν έφταναν στ’ αυτί του. «Όταν ξαναδείς τον Πέριν Αϋμπάρα», πρόσθεσε η Μπερελαίν, «δώσε του, σε παρακαλώ, τις θερμότερες ευχές μου. Και στον Ματ Κώθον επίσης».

«Περιμένουμε με ανυπομονησία την επιστροφή του Άρχοντα Δράκοντα», είπε η Κολαβήρ, στα ψέματα, φροντίζοντας να κρατήσει ανέκφραστο το πρόσωπό της.

Ο Μάιλαν την αγριοκοίταξε, επειδή είχε προλάβει να μιλήσει πρώτη, κι άρχισε ένα μεγαλόστομο λογύδριο, χωρίς να λέει τίποτα περισσότερο από κείνη, και φυσικά ο Μαρίνγκιλ χρειάστηκε να πλειοδοτήσει με τη σειρά του, τουλάχιστον σε μεγαλοστομία. Η Φιόντα κι η Αναγιέλα ξεπέρασαν και τους δύο, προσθέτοντας τόσες φιλοφρονήσεις, ώστε ο Ραντ κοίταξε την Αβιέντα με αδημονία, όμως οι Σοφές τη μονοπωλούσαν. Ο Ντομπραίν αρκέστηκε να πει, «Μέχρι την επιστροφή του Άρχοντα Δράκοντα», ενώ ο Μάρακον, ο Γκέγιαμ κι ο Άρακομ μουρμούρισαν κάτι μπερδεμένο με επιφυλακτικό βλέμμα.

Ένιωσε ανακούφιση όταν χώθηκε στην αίθουσα, αφήνοντάς τους πίσω. Η έκπληξη ήρθε όταν τον ακολούθησε η Μελαίν προσπερνώντας την Αβιέντα. Σήκωσε το φρύδι του ερωτηματικά.