Выбрать главу

«Πρέπει να διαβουλευθώ με τον Μπάελ για υποθέσεις των Σοφών», του είπε εκείνη με τόνο που δεν σήκωνε πολλά-πολλά, κι αμέσως έριξε μια κοφτή ματιά στην Αβιέντα, η οποία είχε τόσο αθώα έκφραση που ο Ραντ κατάλαβε ότι κάτι έκρυβε. Η Αβιέντα έδειχνε πολλά εκ φυσικού της, μα ποτέ αθωότητα· ποτέ τόση αθωότητα.

«Όπως επιθυμείς», της είπε. Υποψιαζόταν πως οι Σοφές περίμεναν μια ευκαιρία να τη στείλουν στο Κάεμλυν. Υπήρχε πιο κατάλληλο άτομο από τη σύζυγο του Μπάελ για να προσέξει ώστε να μη γίνει ο Ραντ κακή επιρροή για τον Μπάελ; Ο οποίος είχε δύο γυναίκες, όπως κι ο Ρούαρκ, κάτι για το οποίο ο Ματ είχε πει ότι ήταν ή όνειρο ή εφιάλτης και δεν μπορούσε να αποφασίσει τι από τα δύο.

Η Αβιέντα τον κοίταζε με προσοχή, καθώς ο Ραντ άνοιγε την πύλη προς το Κάεμλυν, μέσα στη Μεγάλη Αίθουσα. Συνήθως έτσι τον κοίταζε, αν και δεν μπορούσε να δει τις ροές του. Κάποτε είχε κάνει μόνη της πύλη, αλλά αυτό είχε συμβεί σε μια σπάνια στιγμή πανικού κι έκτοτε δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς το είχε κάνει. Σήμερα, για κάποιο λόγο η περιστρεφόμενη χαρακιά της πρέπει να της είχε θυμίσει τι είχε συμβεί τότε, γιατί τα μάγουλά της ρόδισαν και ξαφνικά στράφηκε να κοιτάξει αλλού. Με τη Δύναμη να τον γεμίζει, ο Ραντ μπόρεσε να τη μυρίσει, τα βότανα στο σαπούνι της, την υποψία γλυκού αρώματος που δεν θυμόταν να είχε βάλει άλλοτε. Ανυπομονώντας για μια φορά να ξεφορτωθεί το σαϊντίν, ήταν ο πρώτος που βγήκε στην άδεια αίθουσα του θρόνου. Η Αλάνα ήταν σαν να του είχε πέσει ξαφνικά κατακέφαλα, με την παρουσία της απτή, σαν να ήταν ακριβώς μπροστά του. Του φάνηκε πως η Αλάνα έκλαιγε. Επειδή είχε φύγει ο Ραντ; Ας έκλαιγε, λοιπόν. Έπρεπε να βρει τρόπο να ελευθερωθεί απ’ αυτήν.

Το ότι είχε πάει πρώτος δεν καλάρεσε ούτε στις Κόρες ούτε στις Κόκκινες Ασπίδες, φυσικά. Ο Ούριεν απλώς γρύλισε και κούνησε το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Η Σούλιν, χλωμή, πλησίασε και στάθηκε στις μύτες των ποδιών για να βρεθεί μύτη με μύτη με τον Ραντ. «Ο μέγας και ισχυρός Καρ’α’κάρν έδωσε την τιμή του στις Φαρ Ντάραϊς Μάι για να την κρατούν», είπε με χαμηλό ψίθυρο, σχεδόν σφυριχτά. «Αν ο κραταιός Καρ’α’κάρν πεθάνει σε ενέδρα όσο τον προστατεύουν οι Κόρες, οι Φαρ Ντάραϊς Μάι δεν θα έχουν καθόλου τιμή. Αν αυτό δεν ενδιαφέρει τον αήττητο Καρ’α’κάρν, ίσως τότε να έχει δίκιο η Ενάιλα. Ίσως ο παντοδύναμος Καρ’α’κάρν να είναι ένα πεισματάρικο παιδί που πρέπει να το κρατούν από το χέρι, μη τυχόν πέσει από απροσεξία στον γκρεμό».

Η όψη του Ραντ σκλήρυνε. Κατ’ ιδίαν, έσφιγγε τα δόντια και τα ανεχόταν αυτά —και συνήθως δεν του μιλούσαν τόσο ωμά— επειδή είχε χρέος στις Κόρες, αλλά ούτε ακόμα κι η Ενάιλα ή η Σομάρ δεν τον είχαν μαλώσει ποτέ απροκάλυπτα μπροστά σε τρίτους. Η Μελαίν κόντευε να φτάσει στην άλλη άκρη της αίθουσας, σχεδόν τρέχοντας με τα φουστάνια μισοσηκωμένα· απ’ ό,τι φαινόταν, ανυπομονούσε να αποκαταστήσει την επιρροή των Σοφών στον Μπάελ. Ο Ραντ δεν ήξερε αν ο Ούριεν είχε ακούσει, αν κι ο άνθρωπος φαινόταν υπερβολικά απασχολημένος με το να δίνει οδηγίες στους πεπλοφορεμένους Άεθαν Ντορ του, καθώς έψαχναν ανάμεσα στις κολόνες μαζί με τις Κόρες, κάτι που για το οποίο δεν χρειάζονταν οδηγίες. Η Αβιέντα, από την άλλη μεριά, με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος, είχε μια συνοφρυωμένη έκφραση ανάμικτη με επιδοκιμασία, κι ο Ραντ δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’ αυτήν.

«Χθες όλα πήγαν μια χαρά», είπε σταθερά στη Σούλιν. «Από δω και πέρα, νομίζω πως δύο φρουροί φτάνουν και περισσεύουν». Τα μάτια της σχεδόν γούρλωσαν· ήταν σαν να μην είχε ανάσα να μιλήσει. Τώρα που είχε πάρει κάτι, ήταν ώρα να δώσει και κάτι, πριν η Σούλιν εκραγεί σαν πυροτέχνημα των Φωτοδοτών. «Φυσικά, όταν βγαίνω από το Παλάτι θα είναι αλλιώς. Η φρούρηση που μου προσφέρεις είναι πολύ καλή για έξω, αλλά εδώ, ή στο Παλάτι του Ήλιου ή στην Πέτρα του Δακρύου, δύο φρουροί αρκούν». Γύρισε την πλάτη κι έφυγε, ενώ το στόμα της ακόμα ανοιγόκλεινε χωρίς ήχο.

Η Αβιέντα ήρθε δίπλα του και τον ακολούθησε, καθώς αυτός έκανε το γύρο του βάθρου όπου υπήρχαν οι θρόνοι για να βγει στη μικρή πόρτα από πίσω. Είχε έρθει εδώ αντί να πάει κατευθείαν στα δωμάτιά του, επειδή έλπιζε ότι θα της ξέφευγε. Ένιωθε τη μυρωδιά της ακόμα και χωρίς το σαϊντίν ή ίσως να ήταν μόνο θύμηση. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ευχήθηκε να είχε κρυολογήσει για να μην μπορεί να τη μυρίσει· του άρεσε υπερβολικά η ευωδιά της.

Με το επώμιο τυλιγμένο σφιχτά στο κορμί της, η Αβιέντα κοίταζε ίσια μπροστά της σαν να τη βασάνιζε κάτι, και δεν πρόσεξε που ο Ραντ της είχε κρατήσει την πόρτα ανοιχτή για να περάσει· αυτό συνήθως προκαλούσε ένα μικρό ξέσπασμα οργής, ενώ καμιά φορά τον ρωτούσε ξινά ποιο χέρι της ήταν σπασμένο. Όταν αυτός τη ρώτησε τι συνέβαινε, εκείνη τινάχτηκε. «Τίποτα. Η Σούλιν είχε δίκιο. Αλλά...» Ξαφνικά, του χαμογέλασε απρόθυμα. «Είδες τα μούτρα της; Κανένας δεν την κόντραρε έτσι ύστερα από... ποτέ, νομίζω. Ούτε καν ο Ρούαρκ».