Выбрать главу

«Ξαφνιάζομαι λίγο που παίρνεις το μέρος μου».

Εκείνη τον κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της. Αυτός ευχαρίστως θα περνούσε όλη μέρα προσπαθώντας να κρίνει αν ήταν πράσινα ή γαλάζια. Όχι. Δεν είχε δικαίωμα να σκέφτεται τα μάτια της. Αυτό που είχε συμβεί όταν η Αβιέντα είχε ανοίξει εκείνη την πόρτα —για να του ξεφύγει— δεν είχε καμία σημασία. Ειδικά αυτό ήταν κάτι που δεν είχε δικαίωμα να το σκέφτεται.

«Με ταλαιπωρείς, Ραντ αλ’Θόρ», είπε εκείνη, χωρίς να ξεσηκωθεί. «Φως μου, έρχονται φορές που σκέφτομαι ότι ο Δημιουργός σε έφτιαξε μόνο και μόνο για να με ταλαιπωρείς».

Σκέφτηκε να της πει ότι το σφάλμα ήταν δικό της —πολλές φορές της είχε προτείνει να τη στείλει πίσω στις Σοφές, αν κι αυτό απλώς σήμαινε ότι θα έβαζαν κάποια άλλη στη θέση της — αλλά πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα, τους πρόφτασαν η Τζαλάνι κι η Λία, κι αμέσως στο κατόπι τους δύο από τις Κόκκινες Ασπίδες, ένας γκριζομάλλης με τριπλάσιες ουλές στο πρόσωπό του από τη Λία. Ο Ραντ είπε στην Τζαλάνι και τον σημαδεμένο να γυρίσουν στην αίθουσα του θρόνου, κάτι που παραλίγο θα προκαλούσε τσακωμό. Όχι από εκείνον των Κόκκινων Ασπίδων, ο οποίος απλώς κοίταξε τον διπλανό του, σήκωσε τους ώμους κι έφυγε, αλλά από την Τζαλάνι που όρθωσε το ανάστημά της.

Ο Ραντ έδειξε την πόρτα που έβγαζε στη Μεγάλη Αίθουσα. «Ο Καρ’α’κάρν περιμένει από τις Φαρ Ντάραϊς Μάι να πηγαίνουν όπου προστάζει».

«Μπορεί για τους υδρόβιους να είσαι βασιλιάς, Ραντ αλ’Θόρ, αλλά όχι για τους Αελίτες». Ένα ίχνος μουτρωμένης έκφρασης υπέσκαπτε την όλο αξιοπρέπεια πόζα της Τζαλάνι, θυμίζοντάς του πόσο νεαρή ήταν. «Οι Κόρες δεν θα σε εγκαταλείψουν στο χορό των λογχών, αλλά αυτό εδώ δεν είναι χορός». Τελικά έφυγε, χειρομιλώντας γοργά με τη Λία.

Μαζί με τη Λία και τον ξερακιανό των Κόκκινων Ασπίδων, έναν κιτρινόξανθο ονόματι Κάσιν, ο οποίος ήταν δυο πόντους ψηλότερος του Ραντ, ο Ραντ διέσχισε γοργά το παλάτι με κατεύθυνση τα διαμερίσματά του. Μαζί με την Αβιέντα, φυσικά. Αν είχε πιστέψει ότι αυτά τα ογκώδη φουστάνια θα την έκαναν να καθυστερήσει, είχε κάνει λάθος. Η Λία κι ο Κάσιν έμειναν στον προθάλαμο έξω από το καθιστικό του, ένα μεγάλο δωμάτιο με μαρμάρινο διάζωμα με παραστάσεις λιονταριών κάτω από το ψηλό ταβάνι και ταπισερί με σκηνές κυνηγιού κι ομιχλώδη όρη, όμως η Αβιέντα τον ακολούθησε μέσα.

«Δεν έπρεπε να πας με τη Μελαίν;» ζήτησε να μάθει. «Για τις υποθέσεις των Σοφών και τα λοιπά;»

«Όχι», είπε εκείνη απότομα. «Η Μελαίν δεν θα χαιρόταν, αν έχωνα τη μύτη μου αυτή τη στιγμή».

Μα το Φως, κι ίδιος δεν χαιρόταν που εκείνη δεν έφευγε. Πέταξε το Σκήπτρο του Δράκοντα σε ένα τραπεζάκι με κλήματα σκαλισμένα στα πόδια του, έλυσε τη ζώνη του σπαθιού και την άφησε κι αυτήν εκεί. «Μήπως η Άμυς κι οι άλλες σου είπαν πού είναι η Ηλαίην;»

Για μια ατέλειωτη στιγμή, η Αβιέντα έμεινε να στέκεται στο κέντρο του δωματίου με τα γαλάζια πλακάκια κοιτώντας τον με αινιγματική έκφραση. «Δεν ξέρουν», είπε στο τέλος. «Τις ρώτησα». Ο Ραντ το περίμενε ότι θα ρωτούσε. Μπορεί να μην το είχε κάνει αυτό εδώ και μήνες, αλλά πριν έρθει στην Καιρχίν για πρώτη φορά μαζί του, δεν έπαυε να του θυμίζει ότι η θέση του ήταν δίπλα στην Ηλαίην. Κατά τη γνώμη της έτσι ήταν τα πράγματα και του είχε ξεκαθαρίσει πως αυτό δεν άλλαζε ύστερα από εκείνο που είχε συμβεί μεταξύ των δυο τους πέρα από την πύλη, το οποίο δεν θα ξανασυνέβαινε, κάτι που ομοίως του είχε ξεκαθαρίσει. Αυτό ακριβώς που ήθελε· ήταν χειρότερος από γουρούνι, επειδή ένιωθε τύψεις γι’ αυτό. Αγνόησε τις πολυτελείς χρυστοστόλιστες καρέκλες και βολεύτηκε σταυροπόδι στο πάτωμα, σιάζοντας με χάρη τα φουστάνια της. «Όμως μίλησαν για σένα».

«Γιατί δεν με εκπλήσσει αυτό;» είπε εκείνος ξερά, και προς έκπληξή του τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Η Αβιέντα δεν ήταν από τις γυναίκες που κοκκινίζουν συνέχεια, κι αυτή ήταν η δεύτερη φορά σήμερα.

«Μοιράστηκαν τα όνειρά τους, κάποια από τα οποία σε αφορούν». Η φωνή της βγήκε κάπως πνιγμένη στην αρχή κι έκανε μια παύση για να ξεροβήξει, κι ύστερα κάρφωσε πάνω του ένα σταθερό, αποφασισμένο βλέμμα. «Η Μελαίν κι η Μπάιρ ονειρεύτηκαν πως ήσουν σε μια βάρκα», του είπε, ενώ η λέξη της ερχόταν ακόμα άβολη παρά τους μήνες που είχε περάσει στις υδατοχώρες, «μαζί με τρεις γυναίκες που δεν φαίνονταν τα πρόσωπά τους, και μια ζυγαριά που έγερνε πρώτα στη μια μεριά και μετά στην άλλη. Η Μελαίν κι η Άμυς ονειρεύτηκαν έναν άνδρα, που όμως εσύ δεν έβλεπες, να στέκεται δίπλα σου με ένα μαχαίρι στο λαιμό σου. Η Μπάιρ κι η Άμυς ονειρεύτηκαν ότι έκοβες τις υδατοχώρες στα δύο μ’ ένα σπαθί». Για μια στιγμή το βλέμμα της πετάρισε όλο περιφρόνηση στη θηκαρωμένη λεπίδα που ήταν ακουμπισμένη πάνω στο Σκήπτρο του Δράκοντα. Με περιφρόνηση και κάποια ενοχή. Εκείνη του το είχε δωρίσει, προσεκτικά τυλιγμένο σε μια κουβερτούλα για να μην πει κανείς ότι το είχε αγγίξει, και κάποτε ανήκε στον Βασιλιά Λάμαν. «Δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τα όνειρα, αλλά πιστεύουν ότι θα ’πρεπε να τα ξέρεις».