Выбрать главу

Η Αβιέντα τον κοίταζε, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι κι ένα μειδίαμα να τρεμοπαίζει στα χείλη. Είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της με τρόπο που θα έκανε τη Σορίλεα να καμαρώνει. «Σ’ ευχαριστώ, Ραντ αλ’Θόρ. Η Μπάιρ λέει ότι είναι καλό να θυμόμαστε πού και πού ότι οι άνδρες δεν τα ξέρουν όλα. Πες μου όταν θέλεις να πας για ύπνο. Δεν θέλω να έρθω αργά και να σε ξυπνήσω».

Ο Ραντ έμεινε να ατενίζει την πόρτα όταν η Αβιέντα είχε φύγει. Συνήθως ήταν πιο εύκολο να καταλάβεις έναν Καιρχινό που έπαιζε το Παιχνίδι των Οίκων παρά μια γυναίκα, ακόμα κι όταν δεν έκανε καμία προσπάθεια να φανεί αινιγματική. Υποψιαζόταν πως αυτό που ένιωθε για την Αβιέντα, ό,τι κι αν ήταν, μπέρδευε ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Ό,τι αγαπώ, το καταστρέφω, γέλασε ο Λουζ Θέριν. Ό,τι καταστρέφω, το αγαπώ.

Σκάσε! Σκέφτηκε οργισμένος ο Ραντ, και το αιχμηρό γέλιο εξαφανίστηκε. Δεν ήξερε ποια αγαπούσε, αλλά ήξερε ποια θα έσωζε. Από τα πάντα, αλλά πάνω απ’ όλα θα την έσωζε από τον εαυτό του.

Στο διάδρομο, η Αβιέντα έγειρε στην πόρτα, παίρνοντας βαθιές ανάσες για να γαληνέψει. Αν και δεν είχαν αμέσως το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Όταν ήταν κοντά στον Ραντ αλ’Θόρ ήταν σαν να τεντωνόταν ολόκληρο το κορμί της πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, σαν να τεντωνόταν τόσο που έλεγε πως θα ξεκολλούσαν τα κόκαλά της. Την έκανε να νιώθει τόση ντροπή, που δεν είχε φανταστεί ποτέ της πως θα γνώριζε. Ωραίο αστείο, του είχε πει, κι ένα μέρος του εαυτού της ήθελε να γελάσει. Είχε τοχ απέναντι του, αλλά πολύ περισσότερο προς την Ηλαίην. Το μόνο που είχε κάνει αυτός ήταν που της είχε σώσει τη ζωή. Χωρίς αυτόν, η Λανφίαρ θα την είχε σκοτώσει. Η Λανφίαρ ήθελε να σκοτώσει αυτήν πάνω απ’ όλους, όσο το δυνατόν πιο οδυνηρά. Με κάποιον τρόπο, η Λανφίαρ το είχε καταλάβει. Μπροστά στο τοχ που όφειλε στην Ηλαίην, το τοχ που είχε στον Ραντ ήταν σαν φωλιά τερμιτών πλάι στη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου.

Ο Κάσιν —το κόψιμο του σακακιού του της είπε ότι ήταν του Γκόσιεν, όπως επίσης κι Άεθαν Ντορ· δεν αναγνώρισε τη σέπτα του— απλώς της έριξε μια ματιά από κει που καθόταν οκλαδόν με τη λόγχη στα γόνατα· αυτός δεν ήξερε τίποτα, φυσικά. Όμως η Λία της χαμογέλασε, τόσο ενθαρρυντικά που αποκλείεται να ήταν τυχαίο, και φαινόταν να ξέρει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Η Αβιέντα σοκαρίστηκε όταν έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται ότι οι Τσαρήν —το σακάκι της Λία αυτό έδειχνε— ήταν σαν ύπουλες γάτες· ανέκαθεν σκεφτόταν όλες τις Κόρες ως Φαρ Ντάραϊς Μάι και τίποτα άλλο. Ο Ραντ αλ’Θόρ την είχε ζαλίσει.

Πάντως τα δάχτυλά της πετάρισαν θυμωμένα. Γιατί χαμογελάς, κοριτσάκι; Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;

Τα φρύδια της Λία υψώθηκαν λιγάκι και το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ. Τα δάχτυλα της κουνήθηκαν κι απάντησαν. Κοριτσάκι, ποια λες κοριτσάκι; Ακόμα δεν είσαι σοφή, όμως δεν είσαι πια Κόρη. Κάτι μου λέει ότι θα βάλεις την ψυχή σου σ’ ένα στεφάνι και θα το αφήσεις στα πόδια ενός άνδρα.

Η Αβιέντα έκανε οργισμένη ένα βήμα μπροστά —ήταν από τις χειρότερες προσβολές μεταξύ των Φαρ Ντάραϊς Μάι— και μετά σταμάτησε. Αν φορούσε καντιν’σόρ, η Λία μάλλον δεν θα τα έβγαζε πέρα μαζί της, αλλά με τα φουστάνια που φορούσε, θα νικιόταν. Και το χειρότερο, η Λία μάλλον θα αρνιόταν να την κάνει γκαϊ’σάιν· μπορούσε να το κάνει αυτό, αν δεχόταν επίθεση από μια γυναίκα που δεν ήταν πια Κόρη και δεν ήταν ακόμα Σοφή, αλλά και δικαιούταν να δείρει την Αβιέντα μπροστά σε όσους Τάαρνταντ μπορούσαν να συγκεντρωθούν. Ήταν μικρότερη ντροπή από την άρνηση, αλλά όχι ασήμαντη. Το χειρότερο ήταν πως είτε η Αβιέντα νικούσε είτε έχανε, η Μελαίν σίγουρα θα έβρισκε τέτοιο τρόπο να της θυμίσει ότι είχε αφήσει πίσω τη λόγχη, και συγκριτικά μ’ αυτό θα ήταν προτιμότερο να την είχε δείρει η Λία δέκα φορές μπροστά σε όλες τις φυλές. Στα χέρια των Σοφών, η ντροπή ήταν χειρότερη από το μαχαίρι του γδαρσίματος. Η Λία δεν σάλεψε ούτε ένα μυ· όλα αυτά τα γνώριζε και κείνη.

«Τώρα στέκεστε και κοιτιέστε», είπε αμέριμνα ο Κάσιν. «Κάποια μέρα θα πρέπει να μάθω τη χειρομιλία σας».

Η Λία του έριξε μια ματιά με ένα κεφάτο γέλιο. «Ωραίος θα δείχνεις με φουστάνια, Άεθαν Ντορ, τη μέρα που θα ζητήσεις να γίνεις Κόρη».

Η Αβιέντα άφησε μια ανάσα ανακούφισης, όταν τα μάτια της Λία έφυγαν από πάνω της· υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν ζήτημα τιμής να μην τραβήξει πρώτη το βλέμμα. Τα δάχτυλα της αυτόματα εξέφρασαν παραδοχή, την πρώτη χειρομιλία που μάθαιναν οι Κόρες, εφόσον ήταν η φράση που χρησιμοποιούσαν συχνότερα οι καινούριες Κόρες. Εχω τοχ.