Выбрать главу

Η Λία απάντησε χωρίς καθυστέρηση, Πολύ λίγο, δοραταδελφή.

Η Αβιέντα χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη που η Λία δεν είχε χρησιμοποιήσει το λυγισμένο μικρό δάχτυλο στον όρο, κάτι που θα είχε δώσει κοροϊδευτική έννοια και το οποίο απευθυνόταν στις γυναίκες που είχαν εγκαταλείψει τη λόγχη και προσπαθούσαν να φερθούν σαν να μην το είχαν κάνει.

Ένας υδρόβιος υπηρέτης έτρεχε στο διάδρομο. Χωρίς να φανερώνει στο πρόσωπό της την αηδία που ένιωθε για κάποιον που περνούσε όλη του τη ζωή υπηρετώντας άλλους, η Αβιέντα πήγε από την άλλη μεριά, για να μην αναγκαστεί να περάσει από δίπλα του. Αν σκότωνε τον Ραντ αλ’Θόρ, θα ξεπλήρωνε το ένα τοχ, αν αυτοκτονούσε, θα ξεπλήρωνε το δεύτερο, όμως κάθε τοχ εμπόδιζε να βρεθεί λύση για το άλλο. Ας έλεγαν οι Σοφές ό,τι ήθελαν, εκείνη έπρεπε να βρει τρόπο να ανταποκριθεί και στα δύο.

20

Από το Στέντιγκ

Ο Ραντ μόλις είχε αρχίσει να γεμίζει με ταμπάκ την κοντή πίπα του, όταν η Λία έχωσε το κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας. Πριν προλάβει να μιλήσει, ένας λαχανιασμένος στρογγυλοπρόσωπος υπηρέτης με ερυθρόλευκη λιβρέα την προσπέρασε κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στον Ραντ, που τον κοίταζε έκπληκτος.

«Άρχοντα Δράκοντα», του είπε γοργά μ’ ένα ξέπνοο σκούξιμο. «Ήρθαν Ογκιρανοί στο Παλάτι. Τρεις ολόκληροι Ογκιρανοί! Τους βγάλαμε κρασί και τους προσφέραμε κι άλλα πράγματα, μα αυτοί το μόνο που επιμένουν είναι να δουν τον Άρχοντα Δράκοντα».

Ο Ραντ μαλάκωσε τη φωνή του· δεν ήθελε να τον τρομάξει. «Πόσον καιρό είσαι στο Παλάτι...;» Η λιβρέα ταίριαζε πάνω στον άνδρα, και δεν ήταν κανένας νεαρός. «Φοβάμαι πως δεν ξέρω το όνομά σου».

Ο άλλος που γονάτιζε τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. «Το όνομά μου; Μπάρι, Άρχοντα Δράκοντα. Ε, θα κλείσω τα είκοσι δυο, Άρχοντα Δράκοντα, αυτή τη Νύχτα του Χειμώνα. Οι Ογκιρανοί, Άρχοντα Δράκοντα;»

Ο Ραντ δυο φορές είχε επισκεφθεί στέντιγκ Ογκιρανών, αλλά δεν ήξερε ποια ήταν η αρμόζουσα εθιμοτυπία. Οι Ογκιρανοί είχαν κατασκευάσει τις περισσότερες μεγάλες πόλεις, τα αρχαιότερα τμήματά τους, κι ακόμα ξεμυτιζαν αραιά και που για να κάνουν επισκευές· αμφέβαλλε, όμως, αν ο Μπάρι θα έδειχνε τόση έξαψη για κάποιον κατώτερο από βασιλιά ή Άες Σεντάι. Ίσως ούτε και γι’ αυτούς. Ξανάχωσε την πίπα και την ταμπακοσακούλα στο πουγκί του. «Πήγαινε με σ’ αυτούς».

Ο Μπάρι πετάχτηκε όρθιος, σχεδόν αναπήδησε στις μύτες των ποδιών του. Ο Ραντ υποπτεύθηκε πως είχε κάνει τη σωστή εκλογή· ο υπηρέτης δεν φαινόταν ξαφνιασμένος που ο Άρχοντας Δράκοντας πήγαινε στους Ογκιρανούς αντί να πει να παρουσιαστούν μπροστά του. Άφησε πίσω το σπαθί και το σκήπτρο· τίποτα από τα δύο δεν θα εντυπωσίαζε τους Ογκιρανούς. Μαζί του πήγαν φυσικά η Λία κι ο Κάσιν, κι ήταν φανερό ότι ο Μπάρι θα είχε πάει τρεχάτος, αν δεν χρειαζόταν να ακολουθεί το βήμα του Ραντ.

Οι Ογκιρανοί περίμεναν σε μια αυλή με ένα σιντριβάνι, που η δεξαμενή του ήταν γεμάτη νούφαρα, κοκκινόψαρα και χρυσόψαρα· ήταν ένας ασπρομάλλης άνδρας με μακρύ σακάκι που φάρδαινε στις ψηλές μπότες που είχαν το πάνω μέρος τους γυρισμένο προς τα κάτω, και δύο γυναίκες, η μια ολοφάνερα νεότερη από την άλλη, με φουστάνια γεμάτα κεντημένα κλήματα και φύλλα, που της μεγαλύτερης ήταν πολύ πιο περίτεχνα από της νεότερης. Κρατούσαν χρυσά ποτήρια φτιαγμένα για ανθρώπους, που έμοιαζαν μικροσκοπικά στα χέρια τους. Αρκετά δένδρα διατηρούσαν εν μέρει το φύλλωμά τους και το Παλάτι έριχνε τη σκιά του. Οι Ογκιρανοί δεν ήταν μόνοι· όταν εμφανίστηκε ο Ραντ, η Σούλιν και τρεις ντουζίνες Κόρες είχαν στριμωχτεί γύρω τους, κι επίσης ο Ούριεν μαζί με πενήντα περίπου Αελίτες. Όλοι οι Αελίτες έμειναν αξιοπρεπώς σιωπηλοί όταν είδαν τον Ραντ.

Ο Ογκιρανός είπε, «Το όνομά σου τραγουδά στ’ αυτιά μου, Ραντ αλ’Θόρ», με φωνή σαν μπουμπούνισμα κεραυνού, κι έκανε με σοβαρότητα τις συστάσεις. Αυτός ήταν ο Χάμαν, γιος του Νταλ, του γιου του Μόρελ. Η μεγαλύτερη γυναίκα ήταν η Κόβριλ, κόρη της Έλα, της κόρης της Σουνγκ, κι η μικρότερη ήταν η Έριθ, κόρη της Ίβα, της κόρης της Άλαρ. Ο Ραντ θυμόταν που είχε ξαναδεί κάποτε την Έριθ, στο Στέντιγκ Τσόφου, το οποίο απείχε δυο μέρες σκληρού ταξιδιού με άλογα από την Καιρχίν. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι γύρευε η Ογκιρανή στο Κάεμλυν.

Οι Ογκιρανοί έκαναν τους Αελίτες να δείχνουν μικροί· έκαναν την ίδια την αυλή να δείχνει μικρή. Ο Χάμαν είχε μιάμιση φορά το μπόι του Ραντ και το ανάλογο πλάτος. Η Κόβριλ ήταν κοντύτερη του Χάμαν κατά λιγότερο από ένα —Ογκιρανό— κεφάλι· ακόμα κι η Έριθ ξεπερνούσε τον Ραντ σχεδόν σαράντα πόντους. Αλλά αυτές ήταν οι πιο μικρές διαφορές μεταξύ Ογκιρανών κι ανθρώπων. Τα μάτια του Χάμαν ήταν μεγάλα και στρογγυλά σαν φλιτζάνια του τσαγιού, η πλατιά του μύτη κάλυπτε σχεδόν όλο το πρόσωπό του και τα αυτιά του στέκονταν ορθά μέσα από τα μαλλιά του, με άσπρες φούντες στις κορυφές. Διατηρούσε μακρύ, κρεμαστό, λευκό μουστάκι και στενό γενάκι κάτω από το σαγόνι του, και τα φρύδια του κρέμονταν χαμηλά ως τα μάγουλά του. Ο Ραντ δεν μπορούσε να πει πώς ακριβώς διέφεραν απ’ αυτόν στο πρόσωπο η Κόβριλ κι η Έριθ —δεν είχαν γένια και μουστάκια, φυσικά, και τα φρύδια τους δεν ήταν τόσο μακριά, ούτε τόσο χοντρά— όμως με κάποιον τρόπο έμοιαζαν πιο ντελικάτες. Αν και τώρα το πρόσωπο της Κόβριλ έδειχνε πιο αυστηρό —για κάποιο λόγο, του φαινόταν γνωστή — κι η Έριθ έδειχνε ανήσυχη, με τα αυτιά γερμένα.