Выбрать главу

«Είναι πολύ ωραίος», μουρμούρισε ντροπαλά η Έριθ, ενώ τα αυτιά της τρεμούλιαζαν τόσο έντονα από αμηχανία, που οι σκοτεινές τούφες έμοιαζαν με άμορφες θολούρες. «Και νομίζω πως είναι επίσης πολύ γενναίος».

Ο Ραντ χρειάστηκε μια στιγμή για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. Όταν ένας Ογκιρανός μιλούσε αποφασιστικά, ο ήχος θύμιζε βουνό που γκρεμιζόταν. Ένας Ογκιρανός που μιλούσε κι αποφασιστικά και γοργά...

Από τη ματιά των Ογκιρανών, ο Λόιαλ παραήταν νέος για να φύγει μόνος από το στέντιγκ, έχοντας μόλις περάσει τα ενενήντα. Οι Ογκιρανοί ήταν εξαιρετικά μακρόβιοι. Από την πρώτη μέρα που τον είχε συναντήσει ο Ραντ, γεμάτον ανυπομονησία να γνωρίσει τον κόσμο, ο Λόιαλ ανησυχούσε για το τι θα γινόταν όταν οι Πρεσβύτεροι καταλάβαιναν ότι το είχε σκάσει. Πάνω απ’ όλα, ανησυχούσε μήπως ερχόταν να τον βρει η μητέρα του με μια μέλλουσα νύφη στο κατόπι της. Είχε πει ότι στους Ογκιρανούς ο άνδρας δεν είχε λόγο σ’ αυτό το θέμα, κι η γυναίκα ελάχιστο· όλα τα κανόνιζαν οι δύο μητέρες. Δεν ήταν διόλου απίθανο να βρεις πως είχες αρραβωνιαστεί μια γυναίκα την οποία δεν είχες συναντήσει ποτέ πριν σου συστήσει η μητέρα σου την επίδοξη νύφη και την πεθερά σου.

Ο Λόιαλ πίστευε ότι ο γάμος θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος όλων, οπωσδήποτε το τέλος της επιθυμίας του να δει τον κόσμο· είτε ήταν αυτό αλήθεια είτε όχι, ο Ραντ δεν μπορούσε να παραδώσει τον φίλο του σ’ αυτό που φοβόταν. Ήταν έτοιμος να πει ότι δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Λόιαλ και να τους προτείνει να επιστρέψουν στο στέντιγκ και να περιμένουν το γυρισμό του — είχε ανοίξει το στόμα για να το πει, όταν κάτι του πέρασε από το νου. Ντράπηκε που δεν θυμόταν κάτι τόσο σημαντικό· σημαντικό για τον Λόιαλ. «Πόσον καιρό λείπει από το στέντιγκ;»

«Πολύ καιρό», μπουμπούνισε ο Χάμαν, σαν αγκωνάρια που κατρακυλούσαν στη λοφοπλαγιά. «Το αγόρι ποτέ δεν ήθελε να σοβαρευτεί. Όλο έλεγε ότι θα έβλεπε το Έξω, λες κιέχει αλλάξει τίποτα από τα βιβλία τα οποία θα έπρεπε να μελετά. Ουμ. Ουμ. Είναι πραγματική αλλαγή, αν οι άνθρωποι αλλάξουν τις γραμμές σε ένα χάρτη; Η γη είναι ακόμα—»

«Βρίσκεται πολύ καιρό Έξω», παρενέβη η μητέρα του Λόιαλ, με φωνή σκληρή σαν πάσσαλος που μπηγόταν σε μαλακό πηλό. Ο Χάμαν την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια, κι εκείνη μπόρεσε να του ανταποδώσει εξίσου αποφασισμένα το βλέμμα παρ’ όλο που τα αυτιά της έτρεμαν από ντροπή.

«Π-πάνω από πέντε χρόνια», είπε η Έριθ. Για μια στιγμή τα αυτιά της έπεσαν και μετά τινάχτηκαν ψηλά και γύρισαν πεισματικά προς τα πίσω. Μιμούμενη πολύ καλά την Κόβριλ, είπε, «Θέλω να γίνει ο σύζυγος μου. Το ήξερα από τότε που τον πρωτοείδα. Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει. Τουλάχιστον όχι από τη βλακεία του».

Ο Ραντ κι ο Λόιαλ είχαν μιλήσει για πολλά πράγματα, κι ένα απ’ αυτά ήταν ο Νόστος, παρ’ όλο που του Λόιαλ δεν του άρεσε να μιλά γι’ αυτό. Όταν το Τσάκισμα του Κόσμου έδιωξε τους ανθρώπους και τους έβαλε να ψάχνουν ασφαλή μέρη, έδιωξε επίσης και τους Ογκιρανούς από τα στέντιγκ. Χρόνια και χρόνια οι άνθρωποι περιπλανούνταν σε έναν κόσμο που άλλαζε μερικές φορές καθημερινά, κυνηγώντας εκείνη την ασφάλεια, κι οι Ογκιρανοί περιπλανούνταν αναζητώντας τα στέντιγκ που είχαν χαθεί στην ασταθή γη. Τότε τους είχε καταλάβει ο Νόστος. Ο Ογκιρανός που ήταν μακριά από το στέντιγκ ήθελε να επιστρέψει. Ο Ογκιρανός που έλειπε καιρό από το στέντιγκ έπρεπε να επιστρέψει. Ο Ογκιρανός που έλειπε πολύ καιρό από το στέντιγκ πέθαινε.

«Μου είπε για έναν Ογκιρανό που έμεινε περισσότερο καιρό εκτός», είπε χαμηλόφωνα ο Ραντ. «Δέκα χρόνια, τόσο νομίζω είπε».

Ο Χάμαν είχε αρχίσει να κουνά το ογκώδες κεφάλι του πριν τελειώσει τα λόγια του ο Ραντ. «Δεν γίνεται. Απ’ όσο ξέρω, πέντε ως τώρα έμειναν τόσο καιρό έξω κι επέζησαν για να επιστρέψουν στο στέντιγκ, και νομίζω ότι θα το ήξερα αν υπήρχαν κι άλλοι. Αυτή την τρέλα θα την είχαμε γράψει στα βιβλία και θα τη συζητούσαμε. Τρεις από κείνους πέθαναν ένα χρόνο μετά την επιστροφή τους στο σπίτι, ο τέταρτος έμεινε παράλυτος για όλη του τη ζωή, κι η πέμπτη δεν ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση και χρειαζόταν μπαστούνι για να βαδίζει. Αν και συνέχισε να γράφει. Ουμ. Ουμ. Η Ντάλαρ είχε μερικά ενδιαφέροντα πράγματα να πει σχετικά με—» Αυτή τη φορά, όταν η Κόβριλ άνοιξε το στόμα, αυτός γύρισε απότομα το κεφάλι· την κοίταξε, με τα μακριά φρύδια του να ανηφορίζουν, κι εκείνη έσιαξε τα φουστάνια της νευρικά. Αλλά του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Το ξέρω, πέντε χρόνια είναι μικρό διάστημα», είπε ο Χάμαν στον Ραντ, ενώ κοίταζε αυστηρά την Κόβριλ με την άκρη του ματιού του, «αλλά τώρα είμαστε δεμένοι με τα στέντιγκ. Δεν ακούσαμε τίποτα στην πόλη που να δείχνει ότι ο Λόιαλ είναι εδώ —κι από την έξαψη που προκαλέσαμε εμείς οι ίδιοι, νομίζω ότι κάτι θα μαθαίναμε— αλλά αν μας πεις πού είναι, θα μας κάνεις μεγάλο καλό».