Выбрать главу

Ο Χάμαν αντάλλαξε ματιές με την Κόβριλ. Πήγαν στην άκρη, μίλησαν ψιθυριστά, και, ω του θαύματος, τόσο χαμηλόφωνα, ώστε ο Ραντ άκουσε μόνο ένα βούισμα σαν να υπήρχε ένα μελίσσι στη στέγη. Είχε δίκιο, η Κόβριλ πρέπει να ήταν σημαίνον πρόσωπο. Μια Ομιλήτρια· είχε αντιληφθεί το κεφαλαίο. Σκέφτηκε να αδράξει το σαϊντίν —έτσι θα μπορούσε να τους ακούσει— κι απέρριψε την ιδέα με αηδία. Ακόμα δεν είχε καταντήσει να κρυφακούει. Η Έριθ πρόσεχε πότε τους πρεσβύτερους και πότε τον Ραντ, ενώ στο μεταξύ έσιαζε ασυναίσθητα τα φουστάνια της.

Ο Ραντ έλπισε να μη ρωτούσαν γιατί δεν το είχε ζητήσει αυτό από το Συμβούλιο των Πρεσβύτερων στο Στέντιγκ Τσόφου. Η Άλαρ, η Πρεσβύτερη των Πρεσβύτερων εκεί, ήταν κατηγορηματική· θα συνεδρίαζε το Κούτσουρο και κάτι τόσο παράξενο —τόσο αλλόκοτο που δεν το είχαν σκεφτεί άλλοτε— όσο το να δώσουν τον έλεγχο των Πυλών σε έναν άνθρωπο θα γινόταν μόνο με σύμφωνο γνώμη του Κούτσουρου. Δεν φαινόταν να τη νοιάζει το ποιος ήταν, όπως δεν ένοιαζε κι αυτούς τους τρεις εδώ.

Στο τέλος ο Χάμαν ξαναγύρισε, σμίγοντας τα φρύδια και σφίγγοντας τα πέτα του σακακιού του. Η Κόβριλ ήταν επίσης συνοφρυωμένη. «Όλα αυτά είναι πολύ βιαστικά, πολύ βιαστικά», είπε ο Χάμαν με αργό τόνο, σαν χαλίκια στην αρχή κατολίσθησης. «Μακάρι να μπορούσα να το συζητήσω με... Μα έλα που δεν μπορώ. Σκιογέννητοι, είπες; Ουμ. Ουμ. Μην πει κανείς ότι οι Ογκιρανοί δεν μπορούν να δράσουν με ταχύτητα όταν το απαιτεί η ανάγκη, κι ίσως τώρα να είναι ανάγκη. Πρέπει να καταλάβεις ότι το Συμβούλιο των Πρεσβύτερων οποιουδήποτε στέντιγκ ίσως σου πει όχι, ίσως το ίδιο και το Κούτσουρο».

«Χάρτες!» φώναξε ο Ραντ, τόσο δυνατά που οι τρεις Ογκιρανοί τινάχτηκαν. «Χρειάζομαι χάρτες!» Στριφογύρισε, ψάχνοντας για κάποιον από τους υπηρέτες που έμοιαζαν είναι παντού ολόγυρα, για κάποιον γκαϊ’σάιν, για οποιονδήποτε. Η Σούλιν έχωσε το κεφάλι στην αυλή από μια πόρτα. Σίγουρα περίμενε παραδίπλα, μετά απ’ όσα της είχε πει ο Ραντ. «Χάρτες», γάβγισε ο Ραντ. «Θέλω όσους χάρτες υπάρχουν στο Παλάτι. Και πένα και μελάνι. Τώρα! Γρήγορα!» Εκείνη τον κοίταξε σχεδόν επιτιμητικά —οι Αελίτες όχι μόνο δεν χρησιμοποιούσαν χάρτες, μα επιπλέον ισχυρίζονταν ότι δεν τους χρειάζονταν— κι έφυγε. «Τρέξε, Φαρ Ντάραϊς Μάι!» της πέταξε. Εκείνη τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της — κι έτρεξε. Σκέφτηκε ότι μακάρι να ήξερε τι έκφραση είχε στο πρόσωπό του, για να μπορέσει να την ξαναχρησιμοποιήσει.

Ο Χάμαν θα είχε ένα συντετριμμένο ύφος, αν του το επέτρεπε η αξιοπρέπειά του. «Στ’ αλήθεια, λίγα μπορούμε να σου πούμε που να μην τα γνωρίζεις ήδη. Κάθε στέντιγκ έχει ένα ακριβώς Έξω». Οι πρώτες Πύλες δεν θα μπορούσαν να κατασκευαστούν μέσα, αφού το ίδιο το στέντιγκ έφραζε την ικανότητα της διαβίβασης· ακόμα κι όταν δόθηκε στους Ογκιρανούς το Φυλαχτό της Άνθησης και μπορούσαν κι οι ίδιοι να κάνουν τις Οδούς να βλαστήσουν ως μια καινούρια Πύλη, ακόμα κι αυτό γινόταν μέσω της Δύναμης, έστω και χωρίς διαβίβαση. «Επίσης, όλες οι πόλεις σας έχουν Ογκιρανά άλση. Αν και φαίνεται ότι η πόλη εδώ αναπτύχθηκε πάνω στο άλσος. Και στην Αλ’καϊρ’ραχιενάλεν...» Η φωνή του έσβησε κι εκείνος κούνησε το κεφάλι του.

Το πρόβλημα μπορούσε να συνοψιστεί σ’ αυτό το όνομα. Πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, πάνω-κάτω, υπήρχε μια πόλη που ονομαζόταν Αλ’καϊρ’ραχιενάλεν, κατασκευασμένη από τους Ογκιρανούς. Σήμερα ήταν η Καιρχίν, και το άλσος που είχαν φυτέψει οι Ογκιρανοί κατασκευαστές για να τους θυμίζει το στέντιγκ ανήκε στον ίδιο Μπαρτέηνς, του οποίου το παλάτι στέγαζε τη σχολή του Ραντ. Κανείς εκτός από τους Ογκιρανούς κι ίσως κάποιες Άες Σεντάι δεν θυμόταν την Αλ’καϊρ’ραχιενάλεν. Ούτε καν οι Καιρχινοί.

Ό,τι κι αν πίστευε ο Χάμαν, πολλά μπορούσαν να αλλάξουν μέσα σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Οι λαμπρές πόλεις που είχαν κατασκευάσει οι Ογκιρανοί δεν υπήρχαν πια, και μερικές δεν είχαν αφήσει ούτε καν ένα όνομα πίσω τους. Σπουδαίες πόλεις είχαν ξεπηδήσει, στις οποίες οι Ογκιρανοί δεν είχαν βάλει καθόλου το χέρι τους. Το Άμαντορ, που είχε αρχίσει να χτίζεται μετά τους Πολέμους των Τρόλοκ, ήταν μια απ’ αυτές —έτσι του είχε πει η Μουαραίν— όπως επίσης και το Τσάτσιν στο Κάντορ και το Σορ Αρμπέλα στο Άραφελ και το Φαλ Μόραν στο Σίναρ. Στο Άραντ Ντόμαν, το Μπάνταρ Έμπαν είχε κατασκευαστεί στα ερείπια μιας πόλης που είχε καταστραφεί στον Εκατονταετή Πόλεμο, μια πόλη για την οποία η Μουαραίν γνώριζε τρία ονόματα, αμφίβολα και τα τρία, κι η οποία με τη σειρά της είχε στηθεί στα ερείπια μιας ανώνυμης πόλης που είχε χαθεί στους πολέμους των Τρόλοκ. Ο Ραντ ήξερε για μια Πύλη στο Σίραν, στην εξοχή κοντά σε μια κωμόπολη που είχε διατηρήσει το όνομα μιας πελώριας πόλης που την είχαν ισοπεδώσει οι Τρόλοκ, κι άλλη μια μέσα στη Μάστιγα, στη Μαλκίρ που την είχε σκοτώσει η Σκιά. Σε άλλα μέρη είχαν έρθει αλλαγές ή ανάπτυξη, όπως είχε επισημάνει ο ίδιος ο Χάμαν. Η Πύλη εδώ στο Κάεμλυν ήταν τώρα μέσα σε ένα υπόγειο. Ένα καλά φρουρούμενο υπόγειο. Ο Ραντ ήξερε ότι υπήρχε Πύλη στο Δάκρυ, έξω στα πλατιά λιβάδια, όπου οι Υψηλοί Άρχοντες είχαν τα ξακουστά κοπάδια των αλόγων τους. Θα πρέπει να υπήρχε μία κάπου στα Όρη της Ομίχλης, όπου ορθωνόταν κάποτε η Μανέθερεν, όπου κι αν ήταν αυτό το μέρος. Όσο για τα στέντιγκ, ήξερε πού να βρει το Στέντιγκ Τσόφου. Η Μουαραίν δεν θεωρούσε ότι τα στέντιγκ ή οι Ογκιρανοί ήταν ζωτικό κεφάλαιο της μόρφωσης του.