Выбрать главу

«Η γη πραγματικά άλλαξε με το Τσάκισμα του Κόσμου», εξήγησε ο Χάμαν, όταν ο Ραντ το σχολίασε. Συνέχισε, όμως, να σημειώνει βιαστικά· βιαστικά για Ογκιρανό. «Η ξηρά έγινε θάλασσα κι η θάλασσα ξηρά, μα κι η ίδια η γη διπλώθηκε. Μερικές φορές αυτά που ήταν μακρινά ήρθαν κοντά και τα κοντινά απομακρύνθηκαν. Αν και φυσικά κανείς δεν μπορεί να πει αν το Κίσεν και το Σάνσεν ήταν στην αρχή μακρινά».

«Ξέχασες το Καντουάν», δήλωσε η Κόβριλ, κάνοντας άλλον έναν υπηρέτη με λιβρέα να ρίξει κάτω τρομαγμένος τους χάρτες που μόλις είχε φέρει στην αγκαλιά του.

Ο Χάμαν της έριξε μια ματιά κι έγραψε το όνομα ακριβώς πάνω από τον ποταμό Ιράλελ, λίγο πιο βόρεια από το Χάντον Μιρκ. Στη λωρίδα που υπήρχε δυτικά του Δρακοτείχους από τα νότια σύνορα του Σίναρ ως τη Θάλασσα των Καταιγίδων, υπήρχαν μονάχα τέσσερα, όλα νεοϊδρυθέντα για το μέτρο των Ογκιρανών, κάτι που σήμαινε ότι το νεότερο, το Τσόφου, είχε Ογκιρανούς εδώ κι εξακόσια χρόνια, ενώ τα άλλα όχι περισσότερα από χίλια. Μερικές τοποθεσίες ήταν εξίσου μεγάλη έκπληξη όσο και οι Μεθόριες, όπως τα Όρη της Ομίχλης, όπου υπήρχαν έξι, και στην Ακτή της Σκιάς. Συμπεριλαμβάνονταν οι Μαύροι Λόφοι, τα δάση πάνω από τον ποταμό Ίβο, και τα βουνά πάνω από τον ποταμό Ντάγκον, κοντά στα βόρεια του Άραντ Ντόμαν.

Πιο θλιβερός ήταν ο κατάλογος των στέντιγκ που είχαν εγκαταλειφθεί, που τα είχαν παρατήσει εξαιτίας του φθίνοντος πληθυσμού. Η Ραχοκοκαλιά του Κόσμου και τα Όρη της Ομίχλης κι η Ακτή της Σκιάς ανήκαν και σ’ αυτό τον κατάλογο, το ίδιο κι ένα στέντιγκ βαθιά στην Πεδιάδα του Άλμοθ, κοντά στο μεγάλο δάσος που λεγόταν Πήρις Σουάρ, κι ένα στα χαμηλά βουνά που ακολουθούσαν τα βόρεια σύνορα του Τόμαν Χεντ αντίκρυ στον ωκεανό Αρυθ. Ίσως το πιο θλιβερό να ήταν εκείνο που σημειωνόταν πάνω στην άκρια της Μάστιγας στο Άραφελ· μπορεί οι Μυρντράαλ να δίσταζαν να μπουν στα στέντιγκ, μα όπως η Μάστιγα προήλαυνε προς τον Νότο με κάθε χρόνο που περνούσε, σάρωνε τα πάντα.

Ο Χάμαν κοντοστάθηκε κι είπε λυπημένα, «Η Μεγάλη Μάστιγα κατάπιε το Σεράντου πριν από 1843 χρόνια και το Τσάνταρ πριν από 963 χρόνια».

«Είθε η ανάμνησή τους να βλασταίνει και να ανθίζει στο Φως», μουρμούρισαν μαζί η Κόβριλ κι η Έριθ.

«Ξέρω ένα που δεν σημείωσες», είπε ο Ραντ. Ο Πέριν του είχε πει ότι είχε βρει κάποτε εκεί καταφύγιο. Έβγαλε έναν χάρτη του Άντορ, όπως ήταν ανατολικά του ποταμού Αρινέλε κι άγγιξε ένα σημείο αρκετά ψηλότερα από το δρόμο που ένωνε το Κάεμλυν με την Ασπρογέφυρα. Κάπου εκεί ήταν.

Ο Χάμαν έκανε μια γκριμάτσα, σχεδόν άγρια. «Όπου έμελλε να κατασκευαστεί η πόλη του Γερακόφτερου. Δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε ποτέ. Αρκετά στέντιγκ τα ξαναβρήκαμε και δεν τα ξαναχρησιμοποιήσαμε. Προσπαθούμε όσο μπορούμε να μένουμε σε απόσταση από τα μέρη των ανθρώπων». Όλα τα σημάδια ήταν σε κακοτράχαλα βουνά, σε μέρη που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να μπουν ή, σε μερικές περιπτώσεις, απλώς μακριά από μέρη όπου είχαν εγκατασταθεί. Το Στέντιγκ Τσόφου ήταν το πλησιέστερο από κάθε άλλο σε μέρη όπου κατοικούσαν άνθρωποι, αλλά, πάντως, όπως ήξερε ο Ραντ, απείχε μια ολόκληρη μέρα από το κοντινότερο χωριό.

«Αυτή θα ήταν μια πολύ ωραία συζήτηση για μια άλλη φορά», είπε η Κόβριλ, απευθυνόμενη στον Ραντ, προφανώς όμως σκοπεύοντας να ακουστεί από τον Χάμαν, όπως έδειχναν οι λοξές ματιές της, «αλλά θέλω να πάμε όσο το δυνατόν δυτικότερα πριν πέσει η νύχτα». Ο Χάμαν στέναξε βαριά.

«Μα δεν μπορείτε να μη μείνετε λιγάκι εδώ», διαμαρτυρήθηκε ο Ραντ. «Σίγουρα θα είστε εξαντλημένοι αφού κάνατε τόσο δρόμο με τα πόδια από την Καιρχίν».

«Οι γυναίκες δεν εξαντλούνται», είπε ο Χάμαν, «απλώς εξαντλούν τους άλλους. Είναι ένα παλιό ρητό μας». Η Κόβριλ κι η Έριθ ξεφύσησαν εν χορώ. Μουρμουρίζοντας, ο Χάμαν συνέχισε την απαρίθμηση, τώρα όμως αναφερόταν στις πόλεις που είχαν κατασκευάσει οι Ογκιρανοί, τις πόλεις όπου είχαν κάνει τα άλση, με κάθε άλσος να διαθέτει τη δική του Πύλη για να μεταφέρει τους Ογκιρανούς προς κι από τα στέντιγκ χωρίς να διασχίζουν τους τόπους των ανθρώπων, όπου συχνά επικρατούσε αναταραχή.

Σημάδεψε το Κάεμλυν, φίσκα, και την Ταρ Βάλον, το Δάκρυ και το Ίλιαν, την Καιρχίν και το Μάραντον και το Έμπου Νταρ. Αυτές ήταν όλες όσες υπήρχαν ακόμα, και το Έμπου Νταρ το έγραψε με το όνομα Μπαράστα. Ίσως η θέση του Μπαράστα να ήταν με τα άλλα, κατά έναν τρόπο, με τις κουκίδες που σημείωνε ο Χάμαν σε μέρη όπου ο χάρτης έδειχνε μονάχα κάποιο χωριό στην καλύτερη περίπτωση. Το Μάφαλ Ντανταράνελ, το Ανκοχίμα, το Λόνταρεν Κορ, φυσικά, και τη Μανέθερεν. Το Άρεν Μάντορ, την Αριντόλ, το Σήμαλ, την Ντεράνμπαρ, το Μπρημ, το Κοντάρις, το Χέι Εκόριμον, την Ίμαν... Καθώς ο κατάλογος μεγάλωνε, ο Ραντ έβλεπε υγρά σημάδια σε κάθε χάρτη όταν τελείωνε ο Χάμαν. Στην αρχή δεν κατάλαβε ότι ο Ογκιρανός Πρεσβύτερος σιγόκλαιγε βουβά, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλήσουν, καθώς σημείωνε πόλεις νεκρές και λησμονημένες. Ίσως να έκλαιγε για τους ανθρώπους, ίσως για τις αναμνήσεις. Το μόνο που ήταν σίγουρος ο Ραντ ήταν ότι το έκανε όχι για τις πόλεις καθαυτές, όχι για το χαμένο έργο των Ογκιρανών λιθοξόων. Για τους Ογκιρανούς, η λιθοδομία ήταν απλώς κάτι που είχαν μάθει στην Εξορία, και ποιο έργο σε πέτρα μπορούσε να συγκριθεί με τη μεγαλοπρέπεια των δένδρων;