«Αν ήταν εδώ ο Λόιαλ», εξήγησε η Έριθ, σηκώνοντας κι αυτή το δέμα της, «θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε για το Στέντιγκ Τσόφου χωρίς καθυστέρηση. Αν όχι, θα ήμασταν έτοιμες να συνεχίσουμε. Δίχως καθυστέρηση».
«Στην πραγματικότητα, ήταν τα κρεβάτια», εκμυστηρεύτηκε ο Χάμαν, υψώνοντας τα χέρια για να δείξει ένα κρεβάτι που έκανε μόνο για παιδί ανθρώπων. «Κάποτε όλα τα πανδοχεία έξω είχαν δυο-τρία δωμάτια για Ογκιρανούς, αλλά τώρα φαίνεται δύσκολο να βρεθούν. Δεν καταλαβαίνω γιατί». Έριξε μια ματιά στους σημαδεμένους χάρτες κι αναστέναξε. «Δεν καταλάβαινα γιατί».
Ο Ραντ περίμενε να φέρει το μπογαλάκι του ο Χάμαν κι αμέσως άδραξε το σαϊντίν κι άνοιξε μια πύλη ακριβώς εκεί δίπλα στο σιντριβάνι, μια τρύπα στον αέρα που έδειχνε έναν ερειπωμένο, χορταριασμένο δρόμο και καταρρέοντα κτήρια.
«Ραντ αλ’Θόρ». Η Σούλιν μπήκε με σχεδόν ανέμελο βήμα στην αυλή, ακολουθούμενη από μια ομάδα υπηρέτες και γκαϊ’σάιν που ήταν φορτωμένοι με χάρτες. Η Λία κι ο Κάσιν ήταν μαζί της, προσποιούμενοι κι αυτοί τους αδιάφορους. «Ζήτησες κι άλλους χάρτες». Η Σούλιν έριξε μια ματιά στην πύλη σχεδόν σαν να τον κατηγορούσε.
«Εκεί μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου καλύτερα απ’ όσο θα το έκανες εσύ», της είπε ψυχρά ο Ραντ. Δεν σκόπευε να μιλήσει ψυχρά, αλλά τυλιγμένος στο Κενό δεν μπορούσε να μιλήσει παρά μόνο με φωνή ψυχρή κι απόμακρη. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούν να το πολεμήσουν οι λόγχες σας, και κάποια πράγματα που δεν μπορούν».
Η Σούλιν ακόμα είχε έναν ενοχλημένο τόνο. «Ένας λόγος παραπάνω για να είμαστε εκεί».
Αυτό δεν είχε νόημα παρά μόνο αν ήσουν Αελίτης, αλλά... «Δεν θα τσακωθώ τώρα», της είπε. Η Σούλιν θα προσπαθούσε να τον ακολουθήσει, αν της αρνιόταν· θα φώναζε Κόρες, οι οποίες θα προσπαθούσαν να πηδήξουν στην πύλη, ακόμα κι αν την έκλεινε. «Φαντάζομαι ότι έχεις την υπόλοιπη φρουρά της μέρας εδώ δίπλα. Μάζεψέ τους. Όμως όλοι πρέπει να μείνουν κοντά μου, και κανείς να μην αγγίξει τίποτα. Κάνε γρήγορα. Θέλω να ξεμπερδεύουμε». Οι αναμνήσεις που είχε από τη Σαντάρ Λογκόθ δεν ήταν ευχάριστες.
«Έδιωξα τη φρουρά, όπως επέμενες», είπε η Σούλιν αηδιασμένη. «Μέτρα αργά ως το εκατό».
«Το δέκα».
«Το πενήντα».
Ο Ραντ ένευσε και τα δάχτυλά της πετάρισαν. Η Τζαλάνι χίμηξε μέσα στο κτήριο και τα χέρια της Σούλιν σάλεψαν ξανά. Οι τρεις γυναίκες γκαϊ’σάιν έριξαν κάτω τις αγκαλιές τους χάρτες δείχνοντας ξαφνιασμένες —οι Αελίτες ποτέ δεν έδειχναν τόσο έκπληκτοι— και, μαζεύοντας τους μακριούς λευκούς χιτώνες τους, χάθηκαν στο Παλάτι, πηγαίνοντας σε διαφορετικές κατευθύνσεις, αλλά παρ’ όλο που ήταν ταχύτατες, η Σούλιν βρέθηκε μπροστά τους.
Όταν ο Ραντ έφτασε στα είκοσι, οι Αελίτες πλημμύρισαν την αυλή, χιμώντας μέσα από παράθυρα και πηδώντας από τα εσωτερικά μπαλκόνια. Παραλίγο θα έχανε το μέτρημα. Όλοι οι Αελίτες ήταν πεπλοφορεμένοι, κι υπήρχαν λίγες μόνο Κόρες. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μπερδεμένοι βρίσκοντας μονάχα τον Ραντ και τρεις Ογκιρανούς, οι οποίοι τους κοίταζαν βλεφαρίζοντας με περιέργεια. Κάποιοι χαμήλωσαν το πέπλο. Οι υπηρέτες του παλατιού ζάρωναν κοντά μεταξύ τους.
Η πλημμύρα συνεχίστηκε και μετά την επιστροφή της Σούλιν, δίχως πέπλο, ακριβώς στο πενήντα, ενώ η αυλή είχε γεμίσει από Αελίτες. Γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι είχε διαδώσει το νέο πως ο Καρ’α’κάρν κινδύνευε, που κατά τη γνώμη της ήταν ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει αρκετές λόγχες στο χρόνο που της είχε δοθεί. Οι άνδρες άρχισαν μερικά ξινά μουρμουρητά, όμως οι περισσότεροι το θεώρησαν καλό αστείο, και μερικοί γέλασαν πνιχτά, ενώ άλλοι κροτάλισαν τις λόγχες στις στρογγυλές ασπιδούλες τους. Κανείς, όμως, δεν έκανε να φύγει· κοίταξαν την πύλη και κάθισαν στα καλάμια τους για να δουν τι συνέβαινε.
Με την ακοή του οξυμένη εξαιτίας της Δύναμης, ο Ραντ άκουσε μια Κόρη ονόματι Ναντέρα, μια γυναίκα νευρώδη αλλά ακόμα όμορφη, παρ’ όλο που τα μαλλιά της ήταν μάλλον γκρίζα παρά κιτρινόξανθα, να ψιθυρίζει στη Σούλιν, «Μίλησες σε γκαϊ’σάιν σαν να ήταν Φαρ Ντάραϊς Μάι».
Τα γαλανά μάτια της Σούλιν κοίταξαν σταθερά τα πράσινα της Ναντέρα. «Ναι. Θα το συζητήσουμε όταν ξαναείναι ασφαλής ο Ραντ αλ’Θόρ σήμερα».
«Όταν ξαναείναι ασφαλής», συμφώνησε η Ναντέρα.
Η Σούλιν διάλεξε στα γρήγορα είκοσι Κόρες, που μερικές ήταν στη φρουρά εκείνο το πρωί και μερικές όχι, αλλά όταν ο Ούριεν άρχισε να ξεδιαλέγει Κόκκινες Ασπίδες, τότε άνδρες από άλλες κοινωνίες ζήτησαν να συμμετάσχουν κι αυτοί. Η πόλη που έδειχνε η πύλη έμοιαζε με μέρος όπου ίσως υπήρχαν εχθροί, κι ο Καρ’α’κάρν έπρεπε να προστατευθεί. Η αλήθεια ήταν πως κανένας Αελίτης δεν έλεγε όχι σε ενδεχόμενη μάχη, κι όσο νεότερος ήταν κανείς, τόσο πιθανότερο ήταν ότι θα την επιδίωκε. Αλλη μια λογομαχία παραλίγο θα άρχιζε, όταν ο Ραντ είπε ότι οι άνδρες δεν θα ήταν περισσότεροι από τις Κόρες —αυτό θα ατίμαζε τις Φαρ Ντάραϊς Μάι, μιας και τις είχε επιλέξει να φέρουν την τιμή του— και δεν θα έρχονταν περισσότερες Κόρες απ’ όσες είχε ήδη διαλέξει η Σούλιν. Πραγματικά, τους πήγαινε σε ένα μέρος όπου δεν θα τους προστάτευαν οι πολεμικές ικανότητές τους, κι όσο περισσότεροι έρχονταν μαζί του, τόσο περισσότερους θα έπρεπε να προσέχει. Αυτό απέφυγε να το αναφέρει· όλο και κάποιου την τιμή θα είχε θίξει, αν το έλεγε.