«Μην ξεχνάτε», είπε, όταν έγινε η επιλογή, «να μην αγγίξετε τίποτα. Μην πάρετε τίποτα, ούτε μια γουλιά νερό μην πιείτε. Κι επίσης να φαίνεστε πάντα· μη μπείτε για κανένα λόγο σε κάποιο κτήριο». Ο Χάμαν κι η Κόβριλ ένευσαν ζωηρά, κάτι που φάνηκε να εντυπωσιάζει τους Αελίτες περισσότερο απ’ όσο τους είχαν εντυπωσιάσει τα λόγια του Ραντ. Αφού το είχαν καταλάβει, δεν πείραζε.
Πέρασαν την πύλη και βγήκαν σε μια πόλη νεκρή από καιρό, μια πόλη παραπάνω από νεκρή.
Ένας χρυσός ήλιος που πλησίαζε το ζενίθ του έψηνε τα χαλάσματα της δόξας. Εδώ κι εκεί υπήρχαν πελώριοι άθικτοι θόλοι, που σκέπαζαν παλάτια από χλωμό μάρμαρο, όμως οι περισσότεροι ήταν τρύπιοι, και συχνά έμεναν μονάχα κυρτά και τσακισμένα ερείπια. Μακριά κιονοστοίχιστα δρομάκια έβγαζαν σε πύργους τόσο ψηλούς που η Καιρχίν μόνο να τους ονειρευτεί μπορούσε, και σε πύργους που έχασκαν οδοντωτοί και μισοτελειωμένοι. Παντού οι σκεπές είχαν βουλιάξει, ενώ τούβλα και πέτρες απλώνονταν πάνω σε σπασμένες πλάκες του δρόμου από τα κτήρια και τους τοίχους που είχαν καταρρεύσει. Διαλυμένα σιντριβάνια και τσακισμένα μνημεία στόλιζαν κάθε διασταύρωση. Καμπούρικα δένδρα, που πέθαιναν από την ανομβρία, φύτρωναν στους μεγάλους λόφους που σχημάτιζαν τα μπάζα. Ξερά αγριόχορτα σχημάτιζαν γραμμές στις ραγισματιές των δρόμων και των κτηρίων. Τίποτα δεν σάλευε, ούτε πουλί, ούτε ποντίκι, ούτε αεράκι. Η σιγή αγκάλιαζε τη Σαντάρ Λογκόθ. Σαντάρ Λογκόθ. Το Μέρος όπου Καρτερεί η Σκιά.
Ο Ραντ άφησε την πύλη να εξαφανιστεί. Κανένας Αελίτης δεν έβγαλε το πέπλο του. Οι Ογκιρανοί κοίταξαν τριγύρω, με πρόσωπα σφιγμένα κι αυτιά τεντωμένα προς τα πίσω. Ο Ραντ άδραξε το σαϊντίν, με τον αγώνα εκείνο που, όπως είχε πει ο Τάιμ έλεγε στον άνδρα πως ήταν ζωντανός. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε να διαβιβάσει, ή ίσως ειδικά τότε, Θα ήθελε αυτή την υπενθύμιση εδώ.
Η Αριντόλ ήταν μια λαμπρή πρωτεύουσα στις μέρες των Πολέμων των Τρόλοκ, σύμμαχος της Μανέθερεν και των άλλων που απάρτιζαν τα Δέκα Έθνη. Όταν εκείνοι οι πόλεμοι είχαν τραβήξει τόσο που ο Εκατονταετής Πόλεμος ωχριούσε μπροστά τους, όταν φαινόταν ότι η Σκιά ήταν παντού νικηφόρα και κάθε νίκη του Φωτός απλώς καθυστερούσε το αναπόφευκτο, τότε ένας άνδρας ονόματι Μόρντεθ έγινε σύμβουλος στην Αριντόλ και πρότεινε έναν κανόνα, ότι για να νικήσει, για να επιζήσει, η Αριντόλ έπρεπε να είναι πιο σκληρή από τη Σκιά, πιο άσπλαχνη από τη Σκιά, λιγότερο εύπιστη. Σιγά-σιγά έτσι έκαναν, ώσπου στο τέλος η Αριντόλ έγινε, αν όχι πιο μαύρη από τη Σκιά, τουλάχιστον εξίσου μαύρη. Με τον πόλεμο να μαίνεται ενάντια στους Τρόλοκ, η Αριντόλ τελικά στράφηκε ενάντια στον εαυτό της, τα έβαλε με τον εαυτό της, καταβροχθίστηκε μόνη της.
Κάτι είχε απομείνει πίσω, κάτι που εμπόδιζε οτιδήποτε να ξαναζήσει εκεί. Ακόμα και το τελευταίο πετραδάκι εκείνου του μέρους είχε το μίασμα του μίσους και της καχυποψίας που είχαν σκοτώσει την Αριντόλ κι είχαν αφήσει εκεί τη Σαντάρ Λογκόθ. Ακόμα και το τελευταίο πετραδάκι μπορούσε να σε μολύνει με το πέρασμα του χρόνου.
Και παρέμενε κάτι παραπάνω από το μίασμα, αν κι αυτό αρκούσε για να διώξει κάθε φρόνιμο άνθρωπο.
Ο Ραντ στριφογύρισε αργά όπως στεκόταν, κοιτώντας ψηλά τα παράθυρα που έμοιαζαν με κόγχες κρανίου απ’ όπου είχαν ξεριζωθεί τα μάτια. Με τον ήλιο να ταξιδεύει ψηλά, ένιωθε αθέατους παρατηρητές. Την άλλη φορά που είχε βρεθεί εδώ, αυτή η αίσθηση του είχε παρουσιαστεί τόσο έντονη μόνο όταν ο ήλιος έγερνε. Παρέμενε κάτι πολύ παραπάνω από το μίασμα. Ένας στρατός των Τρόλοκ είχε εξολοθρευτεί όταν είχαν στρατοπεδεύσει εδώ, είχαν χαθεί με εξαίρεση μηνύματα κακογραμμένα στους τοίχους με αίμα, με τα οποία ικέτευαν τον Σκοτεινό να τους γλιτώσει. Τη νύχτα έπρεπε να αποφεύγεις τη Σαντάρ Λογκόθ.
Αυτό το μέρος με τρομάζει, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν πέρα από το Κενό. Εσένα δεν σε τρομάζει;
Του Ραντ του κόπηκε η ανάσα. Η φωνή πραγματικά απευθυνόταν στον ίδιο; Ναι, με τρομάζει.