Υπάρχει σκοτάδι εδώ. Ζόφος πιο μαύρος κι από το μαύρο. Αν ο Σκοτεινός ερχόταν να ζήσει μεταξύ των ανθρώπων, θα ερχόταν εδώ.
Ναι. Εδώ θα ερχόταν.
Πρέπει να σκοτώσω τον Ντεμάντρεντ.
Ο Ραντ ανοιγόκλεισε τα μάτια. Έχει καμιά σχέση ο Ντεμάντρεντ με τη Σαντάρ Λογκόθ; Με αυτό το μέρος;
Θυμάμαι, επιτέλους, ότι σκότωσα τον Ισαμαήλ. Υπήρχε μια αίσθηση θαυμαστού στη φωνή, μ’ αυτή την καινούρια ανακάλυψη. Του άξιζε να πεθάνει. Και της Λανφίαρ επίσης της άξιζε να πεθάνει, αλλά χαίρομαι που δεν τη σκότωσα εγώ.
Μήπως ήταν τυχαίο που η φωνή έμοιαζε να του μιλά; Ήταν ο Λουζ Θέριν αυτός που άκουγε κι απαντούσε; Πώς σκότωσα — πώς σκότωσες τον Ισαμαήλ; Πες μου πώς.
Θάνατος. Θέλω τον υπόλοιπο θάνατο. Αλλά όχι εδώ. Δεν θέλω να πεθάνω εδώ.
Ο Ραντ αναστέναξε. Ήταν απλώς τύχη. Ούτε κι ο ίδιος ήθελε να πεθάνει εδώ. Ένα κοντινό παλάτι, με αραδιασμένους τσακισμένους κίονες στην πρόσοψη του, έγερνε ολοφάνερα προς το δρόμο. Μπορεί να έπεφτε από λεπτό σε λεπτό και να τους έθαβε επιτόπου. «Οδήγησε μας», είπε στον Χάμαν. Πρόσθεσε προς τους Αελίτες, «Θυμηθείτε τι είπα. Μην αγγίζετε τίποτα, μην πάρετε τίποτα και να φαίνεστε».
«Δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο άσχημη η κατάσταση», μουρμούρισε ο Χάμαν. «Σχεδόν απαλύνει την αίσθηση της Πύλης». Η Έριθ βόγκηξε κι η έκφραση της Κόβριλ έλεγε ότι θα έκανε το ίδιο, αν δεν είχε την αξιοπρέπειά της. Οι Ογκιρανοί πάντα ήταν ευαίσθητοι στην αίσθηση του τόπου όπου βρίσκονταν. Ο Χάμαν έδειξε με το χέρι. Ο ιδρώτας στο πρόσωπό του δεν οφειλόταν στο λιοπύρι. «Από κει».
Το σπασμένο πλακόστρωτο έτριζε κάτω από τις μπότες του Ραντ σαν κόκαλα που τρίβονταν. Ο Χάμαν έστριψε από γωνίες κι ακολούθησε δρόμους, περνώντας τα ερείπια το ένα μετά το άλλο, όμως ήταν σίγουρος στην κατεύθυνση που έπαιρνε. Οι Αελίτες που τους κύκλωναν προχωρούσαν πανέτοιμοι. Τα μάτια τους πάνω από τα μαύρα πέπλα δεν έδειχναν ότι περίμεναν επίθεση, αλλά ότι η επίθεση είχε ήδη αρχίσει.
Οι αθέατοι παρατηρητές και τα γκρεμισμένα κτήρια ξανάφεραν στον Ραντ αναμνήσεις που θα προτιμούσε να τις αποφύγει. Εδώ ο Ματ είχε αρχίσει το δρόμο που τον είχε βγάλει στο Κέρας του Βαλίρ, που παραλίγο θα τον σκότωνε στο ταξίδι του, κι ήταν ίσως ο δρόμος που τον είχε οδηγήσει στο Ρουίντιαν και στο τερ’ανγκριάλ, για το οποίο δεν ήθελε να συζητά. Εδώ είχε εξαφανιστεί ο Πέριν, όταν είχαν αναγκαστεί να το σκάσουν μέσα στη νύχτα, κι όταν ο Ραντ τελικά τον είχε ξαναδεί, μακριά απ’ αυτό το μέρος, είχε χρυσά μάτια και θλιμμένο βλέμμα και μυστικά, τα οποία η Μουαραίν δεν είχε μοιραστεί ποτέ με τον Ραντ.
Ούτε κι ο ίδιος είχε γλιτώσει αλώβητος, αν κι η Σαντάρ Λογκόθ δεν τον είχε αγγίξει άμεσα. Ο Πάνταν Φάιν τους είχε ακολουθήσει όλους ως εδώ, τον ίδιο τον Ραντ και τον Ματ και τον Πέριν, τη Μουαραίν και τον Λαν, τη Νυνάβε και την Εγκουέν. Ο Πάνταν Φάιν, ο πραματευτής και συχνός επισκέπτης των Δύο Ποταμών. Ο Πάνταν Φάιν, ο Σκοτεινόφιλος. Που τώρα ήταν κάτι παραπάνω από Σκοτεινόφιλος, και κάτι χειρότερο, όπως είχε πει η Μουαραίν. Ο Φάιν τους είχε ακολουθήσει όλους ως εδώ, όμως αυτό που είχε φύγει ήταν κάτι περισσότερο από τον Φάιν ή κάτι λιγότερο. Ο Φάιν, στο βαθμό που εξακολουθούσε να είναι ο Φάιν, ήθελε τον Ραντ νεκρό. Είχε απειλήσει όσους αγαπούσε ο Ραντ για να τον κάνει να πάει να τον βρει. Κι ο Ραντ δεν είχε πάει. Το είχε φροντίσει αυτό ο Πέριν, είχε κρατήσει σώους κι ασφαλείς τους Δύο Ποταμούς, αλλά, μα το Φως, πώς πονούσε αυτό. Μα τι δουλειά είχε ο Φάιν με τους Λευκομανδίτες; Μήπως ο Πέντρον Νάιαλ ήταν Σκοτεινόφιλος; Αν μπορούσαν να είναι Σκοτεινόφιλες κάποιες Άες Σεντάι, τότε το ίδιο μπορούσε να συμβαίνει με τον Άρχοντα Στρατάρχη των Τέκνων του Φωτός.
«Να το», είπε ο Χάμαν, κι ο Ραντ τινάχτηκε. Η Σαντάρ Λογκόθ ήταν το τελευταίο μέρος στη γη που έπρεπε να αφαιρεθείς μέσα στις αναμνήσεις σου.
Εκεί που στεκόταν ο Πρεσβύτερος υπήρχε κάποτε μια φαρδιά πλατεία, αν και τώρα ένας φαγωμένος από τον καιρό λοφίσκος χαλασμάτων κάλυπτε τη μια άκρη της. Στη μέση της πλατείας, όπου ίσως υπήρχε κάποτε ένα σιντριβάνι, τώρα ήταν ένας περίτεχνος φράχτης με λεπτοδουλεμένο πλέγμα από κάποιο αστραφτερό μέταλλο, ψηλός όσο ένας Ογκιρανός, απείραχτο από τη σκουριά. Ο φράχτης περιέκλειε ένα ψηλό κομμάτι πέτρας όπου υπήρχαν σκαλισμένα κλήματα και φύλλα, τόσο ντελικάτα που περίμενες να νιώσεις την αύρα που τα χάιδευε και ξαφνιαζόσουν που ήταν γκρίζα κι όχι πράσινα. Ήταν η Πύλη, αν και δεν έμοιαζε με κανένα είδος πόρτας.
«Έκοψαν το άλσος ευθύς μόλις έφυγαν οι Ογκιρανοί για το στέντιγκ», μουρμούρισε θυμωμένα ο Χάμαν, με τα μακριά φρύδια του κρεμασμένα, «ούτε είκοσι-τριάντα χρόνια μετά, κι επέκτειναν την πόλη».