Ο Ραντ άγγιξε το φράχτη με μια ροή Αέρα, διερωτώμενος πώς θα περνούσε, κι ανοιγόκλεισε τα μάτια όταν όλο το κατασκεύασμα έσπασε σε είκοσι ή περισσότερα κομμάτια που γκρεμίστηκαν με δυνατές, τρεμουλιαστές κλαγγές που ξεσήκωσαν τους Ογκιρανούς. Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι του. Φυσικά. Ένα μέταλλο που είχε αντέξει τόσον καιρό δίχως ίχνος σκουριάς σίγουρα πρέπει να ήταν σφυρηλατημένο με τη Δύναμη, ίσως κι απομεινάρι της Εποχής των Θρύλων, αλλά οι αρμοί που συγκρατούσαν τα κομμάτια είχαν σαπίσει από καιρό και περίμεναν μια σπρωξιά για να διαλυθούν.
Η Κόβριλ έβαλε το χέρι της στον ώμο του. «Θα σου ζητούσα να μη την ανοίξεις. Σίγουρα ο Λόιαλ σου είπε πώς —πάντα έδειχνε υπερβολικό ενδιαφέρον γι’ αυτά τα πράγματα— αλλά οι Οδοί είναι επικίνδυνες».
«Μπορώ να την κλειδώσω», είπε ο Χάμαν, «έτσι ώστε να μην μπορείς να την ξανανοίξεις χωρίς το Φυλαχτό της Άνθησης. Ουμ. Ουμ. Απλό ζήτημα· απλό να γίνει». Αλλά δεν έδειχνε κανένα ενθουσιασμό. Δεν τη ζύγωνε καν.
«Ίσως χρειαστεί να τη χρησιμοποιήσουμε χωρίς να έχουμε χρόνο να φέρουμε τίποτα άλλο», του είπε ο Ραντ. Ίσως χρειάζονταν να χρησιμοποιήσουν όλες τις Οδούς, σε πείσμα των κινδύνων. Αν μπορούσε με κάποιον τρόπο να τις αποκαθάρει... Ήταν σχεδόν εξίσου μεγαλεπήβολο με τον κομπασμό του προς τον Τάιμ ότι θα αποκάθαιρε το σαϊντίν.
Άρχισε να υφαίνει το σαϊντίν γύρω από την Πύλη, χρησιμοποιώντας και τις πέντε Δυνάμεις, ξαναβάζοντας μάλιστα τα κομμάτια του φράχτη στη θέση τους. Από την πρώτη ροή που διαβίβασε, ένιωθε το μίασμα να πάλλεται εντός του, με μια δόνηση που δυνάμωνε αργά. Πρέπει να ήταν το ίδιο το κακό της Σαντάρ Λογκόθ, ένας συντονισμός του κακού μέσα στο κακό. Παρ’ όλο που ήταν στο Κενό, ένιωσε ζαλάδα από αυτές τις αντηχήσεις, σαν να γυρνούσε ο κόσμος ολόκληρος κάτω από τα πόδια του στο ρυθμό τους· του ήρθε να κάνει εμετό ό,τι είχε φάει ποτέ του. Επέμεινε όμως. Δεν θα έβαζε ανθρώπους να σταθούν φρουροί εδώ, όπως δεν θα τους έστελνε να ψάξουν.
Αυτό που ύφανε και μετά αντέστρεψε ήταν μια άγρια παγίδα κατάλληλη για ένα άγριο μέρος. Ένα ξόρκι φύλαξης απερίγραπτης ωμότητας. Οι άνθρωποι θα το διάβαιναν απείραχτοι, ίσως ακόμα κι οι Αποδιωγμένοι —μπορούσε να βάλει ξόρκι ενάντια σε ανθρώπους ή ενάντια σε Σκιογέννητους, αλλά όχι και για τους δύο— κι ακόμα κι ένας άνδρας Αποδιωγμένος δεν θα το εντόπιζε. Σε περίπτωση, όμως, που περνούσε οποιοσδήποτε Σκιογέννητος... Εδώ ήταν η ωμότητα. Δεν θα σκοτωνόταν αμέσως· ίσως ζούσε αρκετά για να βγει από τα τείχη της πόλης. Αρκετά για να βρεθούν μακριά τα πτώματα, όχι εδώ για να τρομάξουν τον επόμενο Μυρντράαλ που θα ερχόταν. Αρκετό χρόνο για να περάσει ίσως μια στρατιά Τρόλοκ, που θα αντάμωναν το θάνατο βγαίνοντας. Ήταν αρκετά άσπλαχνο για τους Τρόλοκ. Φτιάχνοντάς το ένιωθε να αρρωσταίνει όσο τον αρρώσταινε και το μίασμα στο σαϊντίν.
Έδεσε την ύφανση κι άφησε το σαϊντίν, κάτι που δεν του έφερε ιδιαίτερη ανακούφιση. Το υπόλοιπο της βρωμιάς που πάντα έμοιαζε να μένει, ακόμα παλλόταν· ένιωθε σαν να ριγούσε το έδαφος κάτω από τις μπότες του. Τον πονούσαν τα δόντια και τα αυτιά. Ανυπομονούσε να φύγει από κει.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, ετοιμάστηκε να διαβιβάσει ξανά, να ανοίξει μια πύλη — και κοντοστάθηκε, σμίγοντας τα φρύδια. Μέτρησε γρήγορα τους πάντες κι ύστερα ξαναμέτρηοε, πιο αργά. «Κάποιος λείπει. Ποιος;»
Οι Αελίτες διαβουλεύτηκαν μόνο για μια στιγμή.
«Η Λία», είπε η Σούλιν μέσα από το πέπλο της.
«Ήταν ακριβώς πίσω μου». Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν η φωνή της Τζαλάνι.
«Μήπως είδε κάτι». Του φάνηκε πως αυτή ήταν η Ντεσόρα.
«Είπα σε όλους να μην απομακρυνθείτε!» Οργή απλώθηκε στο Κενό, κύματα που έσπαζαν κι άπλωναν αφρούς πάνω σε βράχο. Έλειπε ένας δικός τους, εδώ πέρα, και το δέχονταν με τη Φωτοκατάρατη αταραξία τους. Μια Κόρη αγνοούμενη. Μια γυναίκα αγνοούμενη, στη Σαντάρ Λογκόθ. «Όταν τη βρω...!» Λίγο-λίγο κατέπνιξε τη λύσσα που απειλούσε να καταπιεί την αδειανοσύνη γύρω του. Αυτό που ήθελε να κάνει στη Λία ήταν να της βάλει της φωνές μέχρι που εκείνη να λιποθυμήσει, να τη στείλει στη Σορίλεα για όλη της τη ζωή. Η λύσσα ήθελε φόνο εν θερμώ. «Χωριστείτε σε ζευγάρια. Φωνάξτε, κοιτάξτε παντου, αλλά μην μπείτε μέσα, για οποιονδήποτε λόγο. Και να αποφεύγετε τις σκιές. Εδώ πεθαίνεις χωρίς να το καταλάβεις. Μπορεί όλοι να πεθάνετε πριν το καταλάβετε. Αν τη δείτε μέσα σε κτήριο, ακόμα κι αν φαίνεται μια χαρά, ελάτε να με βρείτε, εκτός αν βγει μόνη της».
«Μπορούμε να ψάξουμε πιο γρήγορα, αν καθένας ψάχνει μόνος», είπε ο Ούριεν κι η Σούλιν συμφώνησε μ’ ένα νεύμα. Ήταν πολλά τα νεύματα.
«Ζευγάρια!» Ο Ραντ πάλεψε ξανά με την οργή. Το Φως να κάψει την ξεροκεφαλιά των Αελιτών! «Τουλάχιστον, έτσι θα έχετε κάποιον να σας φυλά τα νώτα. Μια φορά κάντε αυτό που λέω. Έχω ξανάρθει εδώ· κάτι ξέρω γι’ αυτό το μέρος».