Выбрать главу

Μετά από μερικά λεπτά, έχοντας σπαταλήσει τα περισσότερα διαφωνώντας για το πόσοι έπρεπε να μείνουν με τον Ραντ, είκοσι ζευγάρια Αελίτες σκορπίστηκαν τριγύρω. Πίσω έμεινε η Τζαλάνι, σκέφτηκε ο Ραντ, αν και δεν ήταν εύκολο να τη γνωρίσει με το πέπλο. Αυτή τη φορά δεν έδειχνε να χαίρεται που τον φρουρούσε· τα πράσινα μάτια είχαν ένα κατσουφιασμένο βλέμμα.

«Υποθέτω πως είμαστε άλλο ένα ζευγάρι», είπε ο Χάμαν, κοιτώντας την Κόβριλ.

Εκείνη ένευσε. «Κι η Έριθ μπορεί να μείνει εδώ».

«Όχι!» είπαν σχεδόν ταυτοχρόνως ο Ραντ κι η Έριθ. Οι άλλοι Ογκιρανοί γύρισαν με έντονη αποδοκιμασία στο πρόσωπό τους. Τα αυτιά της Έριθ κρεμάστηκαν, δείχνοντας έτοιμα να πέσουν.

Ο Ραντ κράτησε γερά τα νεύρα του. Κάποτε του φαινόταν ότι στο Κενό ο θυμός ήταν κάπου μακριά στο βάθος, και μόνο μια ίνα τον ένωνε μαζί του. Ολοένα και περισσότερο απειλούσε να τον καταβάλει, να καταβάλει το Κενό. Κάτι που ίσως απέβαινε καταστροφικό. Εκτός τούτου, όμως... «Συγγνώμη. Δεν είχα δικαίωμα να σου βάλω τις φωνές, Πρεσβύτερε Χάμαν, ούτε και σε σένα, Ομιλήτρια Κόβριλ». Ήταν, άραγε, αυτή η σωστή διατύπωση; Ήταν τίτλος αυτός; Η έκφρασή τους δεν φανέρωνε αν ήταν ή αν δεν ήταν. «Θα το εκτιμούσα αν μένατε όλοι κοντά μου. Για να μπορέσουμε να ψάξουμε μαζί».

«Φυσικά», είπε ο Χάμαν. «Δεν ξέρω πώς εγώ μπορώ να σου προσφέρω περισσότερη προστασία, μα σου την προσφέρω». Η Κόβριλ κι η Έριθ ένευσαν επιδοκιμαστικά. Ο Ραντ δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτό που έλεγε ο Χάμαν, όμως δεν φαινόταν να είναι η κατάλληλη ώρα για να ρωτήσει, αφού οι τρεις Ογκιρανοί έμοιαζαν ανασκουμπωμένοι για να τον προστατεύσουν. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι μπορούσε να τους προστατεύσει και τους τρεις, αρκεί να ήταν κοντά του.

«Αρκεί να τηρείς τους κανόνες που έβαλες ο ίδιος, Ραντ αλ’Θόρ». Η πρασινομάτα Κόρη ήταν όντως η Τζαλάνι κι είχε αναθαρρήσει που δεν θα χρειαζόταν να περιμένει άπραγη. Ο Ραντ έλπισε να είχε καταφέρει να δώσει μια καλύτερη ιδέα στους άλλους για το τι μέρος ήταν αυτό.

Από την αρχή, η έρευνα ήταν αποκαρδιωτική. Πήγαιναν πάνω-κάτω στους δρόμους υπό το βλέμμα των αόρατων ματιών, σκαρφάλωναν εδώ κι εκεί σε σκορπισμένα μπάζα, φώναζαν πότε ο ένας και πότε ο άλλος, «Λία! Λία!» Οι φωνές της Κόβριλ έκαναν τους γερμένους τοίχους να τρίζουν· οι φωνές του Χάμαν τους έκαναν να βογκούν δυσοίωνα. Καμία απάντηση. Οι μόνοι άλλοι ήχοι ήταν οι φωνές των ομάδων έρευνας κι οι κοροϊδευτικοί αντίλαλοι στους δρόμους. Λία! Λία!

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε όταν η Τζαλάνι είπε, «Δεν νομίζω ότι θα πήγαινε τόσο μακριά, Ραντ αλ’Θόρ. Εκτός αν ήθελε να το σκάσει από μας, αλλά δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα».

Ο Ραντ γύρισε προς το μέρος της από κει που κοίταζε μέσα τις σκιερές κολόνες στην αρχή των πλατιών πέτρινων σκαλιών, προσπαθώντας να δει το μεγάλο θάλαμο παραμέσα. Απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει, μονάχα σκόνη υπήρχε εκεί. Δεν φαίνονταν χνάρια. Οι αθέατοι παρατηρητές είχαν υποχωρήσει, αν και, ακόμα και τώρα, δεν είχαν χαθεί εντελώς. «Πρέπει να ψάξουμε όσο μπορούμε. Ίσως να...» Δεν ήξερε πώς να ολοκληρώσει τη σκέψη του. «Δεν θα την αφήσω εδώ, Τζαλάνι».

Ο ήλιος ανέβηκε ψηλότερα κι άρχισε να κατεβαίνει, κι ο Ραντ στεκόταν πάνω σε κάτι που κάποτε ήταν παλάτι, ή ίσως ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. Τώρα ήταν λόφος, στο έλεος των στοιχείων της φύσης τόσον καιρό και μόνο το πλήθος από σπασμένα τούβλα και δουλεμένη πέτρα που ξεπρόβαλλαν από το ξερό χώμα έδειχναν ότι ήταν ποτέ κάτι άλλο. «Λία!» φώναξε κάνοντας τα χέρια του χωνί. «Λία!»

«Ραντ αλ’Θόρ», τον κάλεσε μια Κόρη από το δρόμο παρακάτω, χαμηλώνοντας το πέπλο της για να δει ότι ήταν η Σούλιν. Ήταν μαζί με μια άλλη Κόρη, που φορούσε ακόμα το πέπλο, και στεκόταν πλάι στην Τζαλάνι και τους Ογκιρανούς. «Κατέβα κάτω».

Εκείνος κατέβηκε με ένα σύννεφο σκόνης και μια βροχή από τούβλα και πέτρες, τόσο γρήγορα που δυο φορές παραλίγο θα έπεφτε. «Τη βρήκατε;»

Η Σούλιν κούνησε το κεφάλι. «Θα έπρεπε να την έχουμε βρει πια, αν είναι ζωντανή. Δεν θα απομακρυνόταν πολύ μόνη της. Αν την έσυρε κάποιος άλλος μακριά, τότε την έσυρε νεκρή, νομίζω· δεν θα πήγαινε έτσι εύκολα. Κι αν ήταν τραυματισμένη τόσο βαριά, ώστε να μη μπορεί να απαντήσει στις φωνές μας, νομίζω ότι αυτό σημαίνει πως είναι νεκρή». Ο Χάμαν αναστέναξε θλιμμένα. Τα μακριά φρύδια των Ογκιρανών γυναικών κρεμάστηκαν ως τα ζυγωματικά τους· για κάποιο λόγο, τα γεμάτα λύπηση κι οίκτο βλέμματά τους έπεφταν στον Ραντ.

«Ψάξτε κι άλλο», είπε αυτός.

«Μπορούμε να ψάξουμε μέσα στα κτήρια; Υπάρχουν πολλά δωμάτια που δεν φαίνονται απ’ έξω».