Ο Ραντ δίστασε. Δεν ήταν απογευματάκι καλά-καλά και πάλι ένιωθε τα μάτια. Τόσο δυνατά όσο τότε που ο ήλιος έδυε, την πρώτη του φορά εδώ. Οι σκιές στη Σαντάρ Λογκόθ ήταν επικίνδυνες. «Όχι. Μα θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε».
Δεν ήξερε πόσες ώρες ακόμα φώναζε ανεβαίνοντας τον ένα δρόμο και κατεβαίνοντας τον άλλο, αλλά ύστερα από ώρα ο Ούριεν κι η Σούλιν πρόβαλαν μπροστά του, φορώντας κι οι δυο το πέπλο. Ο ήλιος άγγιζε τις δενδροκορφές στα δυτικά, μια σφαίρα κόκκινη σαν αίμα σε έναν ανέφελο ουρανό. Οι σκιές μάκραιναν πάνω στα ερείπια.
«Θα ψάχνω όσο θέλεις», είπε ο Ούριεν, «μα δεν βγάζουμε τίποτα πια με το να φωνάζουμε και να κοιτάμε. Αν μπορούσαμε να ψάξουμε στα κτήρια—»
«Όχι». Αυτό ήχησε σαν κρώξιμο κι ο Ραντ ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. Μα το Φως, πόσο ήθελε ένα ποτήρι νερό. Οι αόρατοι παρατηρητές γέμιζαν κάθε παράθυρο, κάθε άνοιγμα, χιλιάδες παρατηρητές, που περίμεναν, που πρόσμεναν. Κι οι σκιές σαβάνωναν την πόλη. Οι σκιές ήταν επικίνδυνες στη Σαντάρ Λογκόθ, όμως το σκοτάδι έφερνε το θάνατο. Το Μασάνταρ έβγαινε με το ηλιοβασίλεμα. «Σούλιν, πρέπει...» Δεν μπορούσε να πει ότι έπρεπε να τα παρατήσουν, να αφήσουν τη Λία πίσω είτε ήταν νεκρή είτε ζωντανή, που ίσως να κειτόταν κάπου αναίσθητη, πίσω από κανέναν τοίχο, ίσως κάτω από κανένα σωρό τούβλα που είχαν γκρεμιστεί πάνω της. Μπορεί αυτό να είχε συμβεί.
«Αυτό που μας κοιτάζει περιμένει να νυχτώσει, νομίζω», είπε η Σούλιν. «Κοίταξα μέσα σε παράθυρα απ’ όπου με κοίταζε κάτι, μα δεν υπήρχε τίποτα. Δεν θα είναι εύκολο να χορέψουμε τις λόγχες με κάτι που δεν μπορούμε να δούμε».
Ο Ραντ συνειδητοποίησε ότι ήθελε να την ακούσει να λέει ότι η Λία πρέπει να ήταν νεκρή, ότι μπορούσαν να φύγουν. Η Λία ίσως ήταν κάπου τραυματισμένη· δεν ήταν απίθανο. Άγγιξε την τσέπη του σακακιού του· το ανγκριάλ του χοντρού ανθρωπάκου ήταν στο Κάεμλυν με το σπαθί του και το σκήπτρο. Δεν ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να τους προστατεύσει όλους όταν θα έπεφτε η νύχτα. Η Μουαραίν πίστευε πως ολόκληρος ο Λευκός Πύργος δεν μπορούσε να σκοτώσει το Μασάνταρ. Αν θεωρούσες ότι ήταν κάτι ζωντανό.
Ο Χάμαν ξερόβηξε. «Απ’ ό,τι θυμάμαι για την Αριντόλ», είπε συνοφρυωμένος, «για τη Σαντάρ Λογκόθ δηλαδή — όταν βασιλέψει ο ήλιος, μάλλον θα πεθάνουμε όλοι».
«Ναι». Ο Ραντ είπε μαλακά κι απρόθυμα τη λέξη. Η Λία, που μπορεί να ήταν ζωντανή. Οι άλλοι, όλοι οι άλλοι. Η Κόβριλ κι η Έριθ είχαν σκύψει σιμά το κεφάλι λίγο παραπέρα. Έπιασε ένα μουρμούρισμα. «Λόιαλ».
Το καθήκον είναι βαρύτερο από βουνό, ο θάνατος ελαφρύτερος από πούπουλο.
Ο Λουζ Θέριν πρέπει να το είχε πάρει απ’ αυτόν —όπως φαινόταν, οι αναμνήσεις περνούσαν κι από τις δύο μεριές του φραγμού— αλλά είχε πετύχει διάνα.
«Πρέπει να φύγουμε τώρα», είπε στους άλλους. «Είτε η Λία είναι ζωντανή είτε νεκρή π — πρέπει να φύγουμε». Ο Ούριεν κι η Σούλιν μόνο ένευσαν, η Έριθ όμως τον ζύγωσε και του χάιδεψε τον ώμο με απροσδόκητη τρυφερότητα για ένα χέρι που μπορούσε να του αρπάξει ολόκληρο το κεφάλι.
«Αν μπορώ να σε ενοχλήσω λίγο», είπε ο Χάμαν, «αργήσαμε περισσότερο απ’ όσο περιμέναμε». Έδειξε τον ήλιο που έγερνε. «Αν μας έκανες τη χάρη να μας πας έξω από την πόλη με τον ίδιο τρόπο που μας έφερες, θα το εκτιμούσα πολύ».
Ο Ραντ θυμήθηκε το δάσος έξω από τη Σαντάρ Λογκόθ. Δεν υπήρχαν Τρόλοκ και Μυρντράαλ εκεί αυτή τη φορά, μα ένα πυκνό δάσος, και μόνο το Φως ήξερε σε πόση απόσταση ήταν το πλησιέστερο χωριό και προς ποια κατεύθυνση. «Θα κάνω κάτι καλύτερο», είπε. «Μπορώ να σας πάω κατευθείαν στους Δύο Ποταμούς εξίσου γρήγορα».
Οι δύο μεγαλύτεροι Ογκιρανοί ένευσαν σοβαρά. «Την ευλογία του Φωτός και της γαλήνης να έχεις για τη βοήθειά σου», μουρμούρισε η Κόβριλ. Τα αυτιά της Έριθ τρεμούλιαζαν από προσμονή, ίσως τόσο για την αναχώρηση από τη Σαντάρ Λογκόθ, όσο κι επειδή θα έβλεπε τον Λόιαλ.
Ο Ραντ δίστασε μια στιγμή. Ο Λόιαλ μάλλον θα ήταν στο Πεδίο του Έμοντ, αλλά δεν μπορούσε να τους πάει εκεί. Ήταν αρκετά πιθανό ότι η είδηση της επίσκεψης του θα διαδιδόταν από τους Δύο Ποταμούς. Θα τους πήγαινε, λοιπόν, μακριά από το χωριό, σε απόσταση αρκετή ώστε να αποφύγουν τα αγροκτήματα που ήταν μαζεμένα εκεί γύρω.
Η κάθετη χαρακιά του φωτός εμφανίστηκε και πλάτυνε· το μίασμα αντάριασε φούσκωσε πάλι μέσα του, χειρότερα από πριν· το έδαφος έμοιαζε να χτυπά τις σόλες από τις μπότες του.
Έξι Αελίτες πέρασαν από την πύλη μ’ ένα σάλτο, κι οι τρεις Ογκιρανοί ακολούθησαν με βιασύνη που δεν ήταν καθόλου αταίριαστη υπό τις παρούσες συνθήκες. Ο Ραντ κοντοστάθηκε, κοιτώντας πίσω τη ρημαγμένη πόλη. Είχε υποσχεθεί ότι θα άφηνε τις Κόρες να δώσουν τη ζωή τους γι’ αυτόν.
Καθώς περνούσαν οι τελευταίοι Αελίτες, η Σούλιν άφησε ένα συριστικό ήχο κι αυτός την κοίταξε, μα εκείνη κοίταζε το χέρι του. Τη ράχη της παλάμης του, όπου τα νύχια του είχαν κόψει μια γρατζουνιά που στάλαζε αίμα. Τυλιγμένος στο Κενό όπως ήταν, ο πόνος έμοιαζε να είναι κάποιου άλλου. Το σημάδι δεν πείραζε· θα επουλωνόταν. Είχε βαθύτερα σημάδια μέσα του, που δεν θα τα έβλεπε κανείς. Ένα για κάθε Κόρη που είχε σκοτωθεί, κι αυτά δεν θα τα άφηνε να γιατρευτούν.