Выбрать главу

«Τελειώσαμε εδώ», είπε, και πέρασε από την πύλη βγαίνοντας στους Δύο Ποταμούς. Η αντάρα χάθηκε μαζί με την πύλη.

Σμίγοντας τα φρύδια, ο Ραντ προσπάθησε να προσανατολιστεί. Δεν ήταν εύκολο να τοποθετήσεις μια πύλη σε ένα μέρος όπου δεν είχες ξαναβρεθεί, αλλά είχε διαλέξει ένα χωράφι που το ήξερε, ένα χορταριασμένο λιβαδάκι δύο γεμάτες ώρες δρόμο από το Πεδίο του Έμοντ που δεν το χρησιμοποιούσε κανείς για τίποτα. Στο εντυπωσιακό σούρουπο διέκρινε πρόβατα όμως, ένα μεγαλούτσικο κοπάδι, κι ένα αγόρι με μαγκούρα στα χέρια και τόξο στην πλάτη, το οποίο τους κοίταζε από εκατό βήματα πιο πέρα. Ο Ραντ δεν χρειαζόταν τη Δύναμη που είχε μέσα του για να καταλάβει ότι το αγόρι τους κοίταζε με γουρλωμένα μάτια, κάτι διόλου παράξενο. Πέταξε κάτω τη μαγκούρα και το έβαλε στα πόδια προς μια αγροικία που δεν υπήρχε την τελευταία φορά που ήταν εδώ ο Ραντ. Μια αγροικία με κεραμίδια στη σκεπή.

Ο Ραντ αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν στ’ αλήθεια βρισκόταν στους Δύο Ποταμούς. Η αίσθηση του μέρους τού έλεγε ότι εκεί ήταν. Η οσμή του αέρα τού έλεγε πως ήταν στην πατρίδα. Οι αλλαγές για τις οποίες του είχαν πει η Μποντ κι οι άλλες κοπέλες —στην πραγματικότητα, ο Ραντ δεν τις είχε συλλάβει· ποτέ δεν άλλαζε κάτι στους Δύο Ποταμούς. Μήπως έπρεπε να είχε στείλει τις κοπέλες εδώ, στην πατρίδα; Αυτό που θα ’πρεπε να κάνεις είναι να μην τις πλησιάζεις. Ήταν μια ενοχλητική σκέψη.

«Το Πεδίο του Έμοντ είναι προς τα εκεί», είπε. Το Πεδίο του Έμοντ. Ο Πέριν. Μπορεί να ήταν εκεί κι ο Ταμ, στο Πανδοχείο της Οινοπηγής, με τους γονείς της Εγκουέν. «Εκεί πρέπει να είναι ο Λόιαλ. Δεν ξέρω αν θα φτάσετε πριν σκοτεινιάσει. Δοκιμάστε να ρωτήσετε στην αγροικία. Είμαι σίγουρος ότι θα σας δώσουν μέρος να κοιμηθείτε. Μην τους πείτε για μένα. Μην πείτε σε κανέναν πώς ήρθανε». Το αγόρι τους είχε δει, όμως μπορεί τα λεγόμενα του μικρού να τα θεωρούσαν υπερβολές όταν θα εμφανίζονταν οι Ογκιρανοί.

Ο Χάμαν κι η Κόβριλ βόλεψαν τα μπογαλάκια στην πλάτη τους, αντάλλαξαν ματιές κι η Κόβριλ είπε, «Δεν θα πούμε τίποτα για το πώς ήρθαμε. Ας πλάσουν οι άνθρωποι τις δικές τους ιστορίες».

Ο Χάμαν χάιδεψε τη γενειάδα του και ξερόβηξε. «Δεν πρέπει να σκοτωθείς».

Ακόμα και μέσα στο Κενό, ο Ραντ ξαφνιάστηκε. «Τι πράγμα;»

«Ο δρόμος μπροστά σου», μπουμπούνισε ο Χάμαν, «είναι μακρύς, σκοτεινός, και φοβάμαι πως είναι ματοβαμμένος. Επίσης, φοβάμαι πολύ πως θα μας βάλεις όλους σ’ αυτό το δρόμο. Αλλά πρέπει να ζήσεις για να φτάσεις στο τέλος του».

«Θα ζήσω», απάντησε απότομα ο Ραντ. «Καλό κατευόδιο». Προσπάθησε να βάλει λίγη θέρμη στη φωνή του, αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι το είχε καταφέρει.

«Καλό κατευόδιο», είπε ο Χάμαν, κι οι γυναίκες το επανέλαβαν πριν στραφούν κι οι τρεις προς την αγροικία. Ακόμα κι η Έριθ δεν έδειχνε να πιστεύει την ευχή που του είχε δώσει.

Ο Ραντ έμεινε εκεί μια στιγμή ακόμα. Είχαν εμφανιστεί άνθρωποι έξω από το σπίτι και παρακολουθούσαν τους Ογκιρανούς που πλησίαζαν, όμως ο Ραντ έβλεπε βόρεια και δυτικά, όχι προς το Πεδίο του Έμοντ, αλλά προς την αγροικία όπου είχε μεγαλώσει. Όταν γύρισε κι άνοιξε μια πύλη για το Κάεμλυν, ήταν σαν να ξερίζωνε μόνος το χέρι του. Ο πόνος ήταν πιο ταιριαστό μνημείο για τη Λία απ’ όσο η γρατζουνιά.

22

Προς τον Νότο

Οι πέντε πέτρες σχημάτιζαν έναν κύκλο που περιστρεφόταν ομαλά πάνω από τα χέρια του Ματ· μία ήταν κόκκινη, μία γαλάζια, μία πράσινη διαφανής, κι οι άλλες είχαν ενδιαφέρουσες ρίγες. Ο Ματ προχωρούσε οδηγώντας με τα γόνατα το άλογό του τον Πιπς, με το δόρυ με το μαύρο κοντάρι χωμένο πίσω από το λουρί της σέλας, στην αντίθετη πλευρά από κείνη που είχε βάλει το αχόρδιστο τόξο του. Οι πέτρες τού θύμισαν τον Θομ Μέριλιν, ο οποίος του είχε διδάξει ταχυδακτυλουργικά, κι αναρωτήθηκε αν ο ηλικιωμένος φίλος του ήταν ακόμα ζωντανός. Μάλλον όχι. Ο Ραντ είχε στείλει το βάρδο στο κατόπι της Ηλαίην και της Νυνάβε, πριν από πολύ καιρό, όπως φαινόταν τώρα, υποτίθεται για να τις προσέχει. Ο Ματ δεν ήξερε δύο γυναίκες που να χρειάζονταν λιγότερη προστασία, και σίγουρα δεν υπήρχαν άλλες που να ήταν πιθανότερο να οδηγήσουν έναν άνδρα στο χαμό του, αφού αρνούνταν να υπακούσουν στη λογική. Η Νυνάβε έχωνε τη μύτη της σε ό,τι έκανε κι έλεγε και σκεφτόταν ένας άνδρας, τραβώντας διαρκώς την παλιοπλεξούδα της καθώς σε κοίταζε, ενώ η Ηλαίην, η καμένη η Κόρη-Διάδοχος, νόμιζε ότι θα περνούσε το δικό της σηκώνοντας τη μύτη ψηλά και μαλώνοντάς σε ίδια και χειρότερα από τη Νυνάβε, αν κι η Ηλαίην ήταν η χειρότερη, επειδή όταν η παγερή υπεροψία της δεν έφερνε αποτέλεσμα, σου χαμογελούσε κάνοντας λακκάκια στο πρόσωπο και περίμενε απ’ όλους να πέσουν στα γόνατα, επειδή ήταν όμορφη. Ο Ματ έλπιζε να είχε επιζήσει ο Θομ από τη συντροφιά τους. Έλπιζε να ήταν κι αυτές καλά επίσης, αλλά δεν θα τον πείραζε αν είχαν βρεθεί σε ζόρια έστω και μία φορά από τότε που είχαν φύγει για, το Φως μόνο ήξερε, πού. Ας έβλεπαν πώς ήταν τα πράγματα όταν δεν είχαν αυτόν να τις ξεμπλέξει, χωρίς να του λένε ούτε έναν καλό λόγο όταν ήταν δίπλα τους. Όχι σε μεγάλα ζόρια βεβαίως —απλώς όσο χρειαζόταν για να ευχηθούν ότι ο Μάτριμ ήταν κοντά για να τις ξανασώσει σαν βλάκας.