«Τι λες κι εσύ, Ματ;» ρώτησε ο Ναλέσεν, φέρνοντας το άλογό του πιο κοντά. «Σκέφτηκες ποτέ πώς θα ήταν αν γινόσουν Πρόμαχος;»
Παραλίγο θα του έπεφταν οι πείρες. Ο Ντήριντ κι ο Ταλμέηνς τον κοίταζαν, με πρόσωπα κάθιδρα, περιμένοντας απάντηση. Ο ήλιος κατηφόριζε στον ορίζοντα· σε λίγο θα έπρεπε να σταματήσουν. Το λυκόφως έμοιαζε να κρατά κάπως περισσότερο όσο μίκραιναν οι μέρες, όμως ο Ματ ήθελε να έχει βολευτεί και να κρατά την πίπα του όταν θα σουρούπωνε. Εκτός αυτού, σε τέτοιο έδαφος τα άλογα έσπαζαν τα πόδια τους όταν θάμπωνε το φως. Το ίδιο κι οι άνδρες.
Η Ομάδα απλωνόταν προς τον Βορρά πίσω τους, έφιπποι και πεζοί κάτω από ένα σύννεφο σκόνης που σηκωνόταν ψηλά, με τα λάβαρα να πετούν και τα τύμπανα βουβά, σε χαμηλούς λόφους όλο αραιά θάμνα και σκόρπια σύδεντρα. Είχαν περάσει έντεκα μέρες από την αναχώρηση τους από το Μάερον, κι ήταν στα μισά του δρόμου για το Δάκρυ ή λίγο πιο μετά, έχοντας μετακινηθεί γρηγορότερα απ’ όσο προσδοκούσε ο Ματ. Κι είχαν διαθέσει μονάχα μια μέρα για την ανάπαυση των υποζυγίων τους. Δεν βιαζόταν να πάρει τη θέση του Γουίραμον, αλλά άθελά του αναρωτιόταν πόση απόσταση μπορούσαν να διανύσουν από την αυγή ως το ηλιοβασίλεμα, αν υπήρχε ανάγκη. Ως τώρα η καλύτερη επίδοσή τους ήταν σαράντα πέντε μίλια, απ’ όσο μπορούσαν να εκτιμήσουν. Φυσικά, οι άμαξες με τις προμήθειες χρειάζονταν μισή νύχτα για να τους προφτάσουν, αλλά τώρα τελευταία οι πεζοί έδειχναν ότι μπορούσαν να συναγωνιστούν τους έφιππους στις μεγάλες αποστάσεις, αν όχι και στις μικρές διαδρομές.
Λίγο πιο πίσω και προς τα ανατολικά, μια ομάδα Αελιτών περνούσε ένα δενδροστόλιστο ύψωμα, τρέχοντας με άνεση και καλύπτοντας σιγά-σιγά την απόσταση που τους χώριζε. Μάλλον σιγότρεχαν από το χάραμα, και θα συνέχιζαν ως το ηλιοβασίλεμα, μπορεί και πιο μετά. Αν προσπερνούσαν την Ομάδα όσο υπήρχε ακόμα φως για να φανούν, θα ήταν ενθάρρυνση για αύριο. Όποτε τους προσπερνούσαν οι Αελίτες, οι στρατιώτες έμοιαζαν έτοιμοι για να κάνουν ένα-δυο μίλια παραπάνω την επόμενη μέρα.
Μερικά μίλια πιο μπροστά τα σύδεντρα ενώνονταν και σχημάτιζαν ξανά πλατύ δάσος· θα έπρεπε να στρίψουν και να πλησιάσουν τον Ερινίν πριν φτάσουν εκεί. Καθώς περνούσαν από μια λοφοκορφή, ο Ματ είδε το ποτάμι, και τα πέντε νοικιασμένα ποταμόπλοια που ύψωναν το Κόκκινο Χέρι. Αλλα τέσσερα γυρνούσαν στο Μάερον για να ξαναφορτώσουν, κυρίως φορβή για τα άλογα. Αυτό που δεν έβλεπε, καίτοι ήξερε πως βρισκόταν εκεί, ήταν οι άνθρωποι· άλλοι τραβούσαν ανάντη, άλλοι κατάντη, και κάποιοι άλλαζαν κατεύθυνση όποτε έβρισκαν μια ομάδα με αρχηγό που είχε πειστική γλώσσα. Κάτι ελάχιστοι είχαν δίτροχους αραμπάδες, που συνήθως τους έσερναν μόνοι τους, και μερικοί κάρα, αλλά οι πιο πολλοί είχαν μόνο ό,τι φορούσαν πάνω τους· ακόμα κι οι πιο χοντροκέφαλοι κλέφτες της υπαίθρου είχαν καταλάβει ότι αδίκως θα τους ενοχλούσαν. Ο Ματ δεν είχε ιδέα πού πήγαιναν, ούτε κι αυτοί, όμως ήταν αρκετοί για να προκαλούν συμφόρηση στον κατ’ ευφημισμό δρόμο που ακολουθούσε παράλληλα το ποτάμι. Εκτός αν η Ομάδα τούς έδερνε για να ανοίξει χώρο, εδώ πάνω η πρόοδός της θα ήταν ταχύτερη.
«Πρόμαχος;» είπε ο Ματ, χώνοντας τις πέτρες στο σακίδιο της σέλας του. Παντού μπορούσε να βρει άλλες, μα του άρεσαν τα χρώματα. Είχε εκεί κι ένα πούπουλο αετού κι ένα κομμάτι μιας καιροφαγωμένης, πάλλευκης πέτρας που κάποτε πρέπει να είχε χαραγμένη μια σπειροειδή γραφή. Υπήρχε κι ένας βράχος που έμοιαζε να είναι το κεφάλι ενός αγάλματος, αλλά ήθελε άμαξα για να τον μετακινήσεις. «Ποτέ. Είναι όλοι βλάκες, κορόιδα, έτσι που αφήνουν τις Άες Σεντάι να τους τραβάνε από τη μύτη. Πώς σου κατέβηκε τέτοια ιδέα;»
Ο Ναλέσεν σήκωσε τους ώμους. Ιδρωκοπούσε, μα ακόμα φορούσε το σακάκι του —κόκκινο με μπλε ρίγες σήμερα— κουμπωμένο ως το λαιμό. Το σακάκι του Ματ ήταν ανοιχτό ως κάτω, και πάλι του φαινόταν ότι έβραζε. «Μπορεί με τόσες Άες Σεντάι», είπε ο Δακρυνός. «Που να καεί η ψυχή μου, σε βάζει σε σκέψεις, ε; Θέλω να πω, που να καεί η ψυχή μου, τι άραγε σκαρώνουν;» Εννοούσε τις Άες Σεντάι στην άλλη όχθη του Ερινίν, που σύμφωνα με τις αναφορές ανηφόριζαν και κατηφόριζαν το ποτάμι πολύ γρηγορότερα απ’ όσο οι περιπλανώμενοι σε κείνα τα μέρη.