Выбрать главу

«Κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο είναι να μη τις σκέφτεσαι». Ο Ματ άγγιξε την ασημένια αλεπουδοκεφαλή όπως ήταν κάτω από το πουκάμισό του· παρ’ όλο που τη φορούσε, χαιρόταν που οι Άες Σεντάι βρίσκονταν στην άλλη μεριά του ποταμού. Μερικοί στρατιώτες του ταξίδευαν με τα ποταμόπλοια, και, παρ’ όλο που τα χωριά ήταν λίγα, έβγαζαν σύμφωνα με τις διαταγές του βάρκα στο καθένα που περνούσαν από την απέναντι μεριά για να δουν τι μπορούσαν να μάθουν. Ως τώρα, τα νέα δεν είχαν φανερώσει τίποτα ιδιαίτερο και συχνά ήταν δυσάρεστα. Το πλήθος των Άες Σεντάι ήταν το λιγότερο.

«Και πώς γίνεται να μη τις σκεφτόμαστε;» ρώτησε ο Ταλμέηνς. «Νομίζεις ότι ο Πύργος στ’ αλήθεια κινούσε τα νήματα του Λογκαίν;» Ήταν ένα από τα πιο πρόσφατα νέα, μόλις δύο ημερών.

Ο Ματ έβγαλε το καπέλο του, ίσα για να σκουπίσει το μέτωπό του πριν απαντήσει. Τη νύχτα θα είχε λιγότερη ζέστη. Αλλά δεν θα υπήρχε ούτε κρασί, ούτε μπύρα, ούτε γυναίκες, ούτε και τυχερά παιχνίδια. Ποιος θα γινόταν στρατιώτης από επιλογή του; «Νομίζω ότι οι Άες Σεντάι είναι ικανές σχεδόν για όλα». Έχωσε το δάχτυλο μέσα από το μαντίλι που φορούσε στο λαιμό και το χαλάρωσε. Ένα χαρακτηριστικό των Προμάχων, από τα λίγα που είχε μάθει παρακολουθώντας τον Λαν, ήταν ότι ποτέ δεν ίδρωναν. «Μα να κάνουν τέτοιο πράγμα; Ταλμέηνς, πιο εύκολα θα πίστευα ότι είσαι Άες Σεντάι. Δεν φαντάζομαι να είσαι, ε;»

Ο Ντήριντ διπλώθηκε γελώντας στο μπροστάρι της σέλας του, ενώ ο Ναλέσεν παραλίγο θα έπεφτε από το άλογό του. Στην αρχή ο Ταλμέηνς μούδιασε, αλλά στο τέλος χαμογέλασε. Παραλίγο θα χαχάνιζε. Ο άνθρωπος δεν είχε μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, αλλά δεν του έλειπε τελείως.

Η σοβαρότητα του όμως επανήλθε γρήγορα. «Και τι λες για τους Δρακορκισμένους; Αν είναι αλήθεια, Ματ, τότε έχουμε μπελάδες». Το γέλιο των άλλων κόπηκε μαχαίρι.

Ο Ματ μόρφασε. Ήταν η πιο φρέσκια είδηση ή φήμη —μπορούσες να το πεις όπως προτιμούσες— που είχαν μάθει χθες, για ένα χωριό που είχε καεί κάπου στο Μουράντυ. Το χειρότερο ήταν ότι, όπως λεγόταν, είχαν σκοτώσει όσους δεν ορκίζονταν στον Αναγεννημένο Δράκοντα, μαζί και τις οικογένειές τους. «Θα τους κανονίσει ο Ραντ. Αν είναι αλήθεια. Άες Σεντάι, Δρακορκισμένοι, όλα αυτά είναι δική του δουλειά, κι εμείς δεν ανακατευόμαστε. Έχουμε να ασχοληθούμε με τις δικές μας δουλειές».

Αυτό, βεβαίως, δεν ανακούφισε τη βλοσυρή έκφρασή τους. Είχαν δει πολλά καμένα χωριά, κι υπολόγιζαν ότι θα έβλεπαν κι άλλα όταν θα έφταναν στο Δάκρυ. Ποιος ήθελε να γίνει στρατιώτης;

Ένας καβαλάρης φάνηκε από το επόμενο ψήλωμα μπροστά τους, πηδώντας με το άλογό του τους θάμνους αντί να κάνει το γύρω ή έστω να πάει από την κατηφοριά. Ο Ματ έκανε νόημα να σταματήσουν, προσθέτοντας, «Να μην ηχήσουν οι σάλπιγγες». Η εντολή απλώθηκε σαν κύμα πίσω του με ένα μουρμουρητό που έσβησε, όμως αυτός δεν ξεκόλλησε το βλέμμα από τον καβαλάρη.

Στάζοντας ιδρώτα, ο Τσελ Βάνιν τράβηξε τα γκέμια του καφεγκρίζου μουνουχιού του μπροστά στον Ματ. Φορούσε ένα κακοφτιαγμένο γκρι σακάκι που τον τύλιγε σαν σακί, και καθόταν κι ο ίδιος σαν σακί στη σέλα. Ο Βάνιν ήταν χοντρός, γεγονός αδιαμφισβήτητο. Όμως, όσο κι απίθανο κι αν φαινόταν, ήταν πολύ καλός ιππέας με κάθε λογής ζώο.

Πολύ πριν φτάσουν στο Μάερον, ο Ματ είχε ξαφνιάσει τον Ναλέσεν, τον Ντήριντ και τον Ταλμέηνς ρωτώντας τους ποιοι ήταν οι καλύτεροι κλεφτοκοτάδες κι αλογοκλέφτες μεταξύ των ανδρών τους, εκείνοι για τους οποίους ήξεραν ότι ήταν ένοχοι, αλλά δεν μπορούσαν να το αποδείξουν. Ειδικά οι δύο ευγενείς δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι είχαν άτομα με τέτοιο ποιόν στις μονάδες τους, όμως ύστερα από λίγη πίεση ανέφεραν τα ονόματα τριών Καιρχινών, δύο Δακρυνών και —κάτι που αποτελούσε έκπληξη— δύο Αντορινών. Ο Ματ δεν ήξερε ότι υπήρχαν Αντορινοί τόσο καιρό στην Ομάδα που να διακριθούν μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά απ’ ό,τι φαινόταν, τα νέα διαδίδονταν.

Πήρε κατά μέρος αυτούς τους επτά ανθρώπους και τους είπε ότι χρειαζόταν ανιχνευτές κι ότι ο καλός ανιχνευτής αξιοποιούσε τις ίδιες δεξιότητες με τον λαθροθήρα και τον αλογοκλέφτη. Αγνοώντας τις πυρετώδεις διαμαρτυρίες τους ότι δεν είχαν διαπράξει ποτέ κανένα έγκλημα —πιο έντονες από τις διαμαρτυρίες του Ταλμέηνς και του Ναλέσεν μαζί, και εξίσου ευφραδείς, αν και χυδαιότερες— πρόσφερε αμνηστία για κάθε κλοπή που είχαν κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα, τριπλή πληρωμή κι απαλλαγή από αγγαρείες, αρκεί να ανέφεραν την αλήθεια. Και κρεμάλα για το πρώτο ψέμα· πολλοί άνθρωποι μπορούσαν να πεθάνουν από το ψέμα ενός ανιχνευτή. Παρά την απειλή, δέχθηκαν με ενθουσιασμό, πιθανότατα λόγω της λιγότερης δουλειάς παρά για το επιπλέον ασήμι.