Выбрать главу

Ο Ματ ξάπλωσε καπνίζοντας την πίπα του ενώ έπεφτε το σκοτάδι, όμως η σκηνή ήταν κοντά κι ο ύπνος δεν έλεγε να έρθει με τόσες αναμνήσεις νεκρών Μαστόρων κι αρχαιότερες αναμνήσεις αρχαίων νεκρών. Πλήθος μάχες, πλήθος νεκροί. Αγγιξε με το δάχτυλο το δόρυ του, ψηλάφισε τα γράμματα της Παλιάς Γλώσσας που κατηφόριζαν το μαύρο κοντάρι.

Έτσι γράφεται το σύμφωνο μας· έτσι κλείνει η συμφωνία μας. Η σκέψη είναι το βέλος τον χρόνου· οι μνήμες δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Ό,τι ζητήθηκε δόθηκε· το τίμημα πληρώθηκε. Εκείνος, όμως, ήταν ο χαμένος της συναλλαγής.

Έπειτα από ώρα πήρε μια κουβέρτα, και το δόρυ μια στιγμή αργότερα, και βγήκε έξω φορώντας τα ασπρόρουχά του, με την ασημένια αλεπουδοκεφαλή στο γυμνό του στέρνο να καθρεφτίζει το φως του λειψού φεγγαριού. Φυσούσε μια αδύναμη αύρα, μια ισχνή πνοή με ελάχιστη δροσιά, η οποία μόλις και τάραζε το λάβαρο του Κόκκινου Χεριού στον ιστό του που ήταν καρφωμένος στο χώμα μπροστά στη σκηνή του Ματ, αλλά πάντως ήταν καλύτερα εδώ παρά μέσα.

Πέταξε την κουβέρτα του ανάμεσα στα θάμνα και ξάπλωσε ανάσκελα. Όταν ήταν αγοράκι, καμιά φορά για να νυστάξει έλεγε τα ονόματα των αστερισμών. Σ’ αυτόν τον ανέφελο ουρανό, το φεγγάρι, παρ’ όλο που ήταν στη χάση του, έχυνε αρκετό φως για να σβήσει τα περισσότερα άστρα, αλλά άφηνε αρκετά. Υπήρχε η Αχυράμαξα, ψηλά από πάνω του, κι οι Πέντε Αδελφές, κι οι Τρεις Χήνες που έδειχναν τον Βορρά. Ο Τοξότης, ο Οργωτής, ο Σιδεράς, το Φίδι. Αυτόν οι Αελίτες τον ονόμαζαν Δράκοντα. Η Ασπίδα, που μερικοί την έλεγαν Ασπίδα του Γερακόφτερου —αυτή τον έκανε να ανασαλέψει· μερικές φορές στις αναμνήσεις του δεν χώνευε καθόλου τον Άρτουρ Πέντραγκ Τανρήαλ— και το Ελάφι και το Κριάρι. Η Κούπα κι η Ταξιδιώτισσα, με το ραβδί της να ξεχωρίζει.

Το αυτί του κάτι έπιασε, μα δεν ήταν σίγουρος τι. Αν η νύχτα δεν ήταν τόσο γαλήνια, ο αμυδρός ήχος δεν θα φαινόταν σαν κάποιος να ερχόταν ύπουλα, μα ήταν. Ποιος, άραγε, θα ζύγωνε έτσι στα κρυφά; Ανασηκώθηκε με περιέργεια στον αγκώνα του — και πάγωσε.

Σαν σκιές του φεγγαριού, υπήρχαν φιγούρες που κινούνταν έξω από τη σκηνή του. Το φεγγαρόφωτο έπιασε μια κι ότι το πρόσωπό της ήταν πεπλοφορεμένο. Αελίτες; Τι στο Φως; Περικύκλωσαν σιωπηλά τη σκηνή, έσφιξαν τον κλοιό· λαμπερό μέταλλο άστραψε στη νύχτα, ακούστηκε σαν ψίθυρος ο ήχος υφάσματος που σχιζόταν, και χώθηκαν μέσα. Μετά από μια μόνο στιγμή, ξαναβγήκαν. Και κοίταξαν τριγύρω· το λιγοστό φως έφτανε.

Ο Ματ έφερε τα πόδια του κάτω από το κορμί του. Αν έμενε σκυμμένος, ίσως ξεγλιστρούσε χωρίς να τον ακούσουν.

«Ματ;» φώναξε ο Ταλμέηνς από τη λοφοπλαγιά· φαινόταν μεθυσμένος.

Ο Ματ μαρμάρωσε· ίσως ο Ταλμέηνς να έφευγε, αν νόμιζε ότι κοιμόταν. Οι Αελίτες έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί, όμως αυτός ήταν σίγουρος ότι είχαν κρυφτεί εκεί δίπλα.

Οι μπότες του Ταλμέηνς έτριξαν πλησιάζοντας. «Έχω μπράντυ μαζί μου, Ματ. Νομίζω πως πρέπει να πιεις. Είναι καλό για τα όνειρα, Ματ. Εσύ δεν θυμάσαι τα δικά σου».

Ο Ματ αναρωτήθηκε αν οι Αελίτες θα τον άκουγαν με τόσο θόρυβο που έκανε ο Ταλμέηνς. Απείχε δέκα βήματα περίπου ως το σημείο όπου κοιμούνταν οι κοντινότεροι στρατιώτες —το Πρώτο Λάβαρο του Ιππικού, οι Κεραυνοί του Ταλμέηνς, είχαν αυτή την «τιμή» απόψε— και λιγότερα από δέκα ως τη σκηνή του και τους Αελίτες. Ήταν σβέλτοι, αλλά, αν έκανε δυο δρασκελιές, δεν θα τον προλάβαιναν αμέσως κι ύστερα θα βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από πενήντα άνδρες του.

«Ματ; Κάτι μου λέει ότι δεν κοιμάσαι, Ματ. Είδα το πρόσωπό σου. Είναι καλύτερα όταν σκοτώσεις τα όνειρα. Πίστεψέ με, ξέρω».

Ο Ματ ζάρωσε, έσφιξε το δόρυ και πήρε μια βαθιά ανάσα. Δυο δρασκελιές.

«Ματ;» Ο Ταλμέηνς ήταν πιο κοντά. Ο βλάκας μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πατήσει κάποιον Αελίτη. Θα του έκοβαν το λαιμό χωρίς τον παραμικρό ήχο.

Που να καείς, σκέφτηκε ο Ματ. Δυο δρασκελιές μου έφταναν. «Βγάλτε τα σπαθιά!» φώναξε, πηδώντας όρθιος. «Αελίτες στο στρατόπεδο!» Κατηφόρισε τρέχοντας την πλαγιά. «Συγκεντρωθείτε στο λάβαρο! Συνκεντρωθείτε στο Κόκκινο Χέρι! Συγκεντρωθείτε, άθλια υποκείμενα!»

Αυτό, φυσικά, τους ξύπνησε όλους, και πώς να μην τους ξυπνήσει, έτσι όπως μούγκριζε, σαν ταύρος που είχε πέσει σε αγκαθωτό θάμνο. Οι φωνές εξαπλώθηκαν προς κάθε κατεύθυνση· τα τύμπανα κάλεσαν σε συγκέντρωση, οι σάλπιγγες σήμαναν συνάθροιση. Οι άνδρες του Πρώτου Ιππικού χίμηξαν από τις κουβέρτες τους κι έτρεξαν στο λάβαρο κραδαίνοντας σπαθιά.