Πάντως, ήταν γεγονός ότι οι Αελίτες είχαν να διανύσουν μικρότερη απόσταση από τους στρατιώτες. Κι ήξεραν τι έψαχναν. Κάτι —ένστικτο, η τύχη του, το ότι ήταν τα’βίρεν· ο Ματ δεν είχε ακούσει τίποτα μέσα στο σαματά— τον έκανε να γυρίσει τη στιγμή που εμφανιζόταν η πρώτη πεπλοφορεμένη μορφή πίσω του σαν να είχε ξεφυτρώσει από τον αέρα. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Έφραξε το λόγχισμα του άλλου με τη δική του λόγχη, όμως ο Αελίτης απέκρουσε με τη στρογγυλή μικρή ασπίδα του την αντεπίθεση του Ματ και τον κλώτσησε στην κοιλιά. Η απόγνωση χάρισε στον Ματ τη δύναμη να μη λυγίσουν τα πόδια του, παρ’ όλο που δεν είχε απομείνει αέρας στα πνευμόνια του· στροβιλίστηκε με αγωνία προς το πλάι, καθώς η αιχμή της λόγχης χάραζε τα πλευρά του, κλάδεψε τα πόδια του Αελίτη με μια ανάποδη κίνηση της λόγχης του, και τον κάρφωσε στην καρδιά. Μα το Φως, ευχόταν ο αντίπαλός του να ήταν άνδρας κι όχι γυναίκα.
Ξεκόλλησε τη λόγχη με μια απότομη κίνηση πάνω στην ώρα για να αντιμετωπίσει την κατά μέτωπον επίθεση. Κακώς δεν το έβαλα στα πόδια όταν είχα την ευκαιρία! Χειρίστηκε το όπλο του ως πολεμική ράβδο ταχύτερα από ποτέ άλλοτε στη ζωή του, στριφογυρνώντας το, αποκρούοντας τις αιχμές των Αελιτών, χωρίς να έχει χρόνο για να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Ήταν πάρα πολλοί. Έπρεπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό και να το βάλω στα πόδια! Ξαναβρήκε την ανάσα του. «Συγκεντρωθείτε, ελεεινοί και τρισάθλιοι! Κουφαθήκατε όλοι; Ανοίξτε τα αυτιά σας και συγκεντρωθείτε!»
Καθώς αναρωτιόταν γιατί δεν ήταν ακόμα νεκρός —είχε σταθεί τυχερός με έναν Αελίτη, μα κανείς δεν ήταν τόσο τυχερός για να αντέξει σε κάτι τέτοιο— συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν ήταν πια μονάχος. Ένας κοκαλιάρης Καιρχινός που φορούσε ασπρόρουχα σωριάστηκε σχεδόν κάτω από τα πόδια του με μια στριγκή τσιρίδα και τη θέση του πήρε ένας Δακρυνός, το πουκάμισό του οποίου ανέμιζε και το σπαθί του πετούσε. Μαζεύτηκαν κι άλλοι φωνάζοντας άλλος «Ο Άρχοντας Μάτριμ κι η νίκη!» κι άλλοι «Το Κόκκινο Χέρι!» και «Σκοτώστε τα μαυρομάτικα παράσιτα!»
Ο Ματ ξεγλίστρησε από κει και τους άφησε να συνεχίσουν. Ο στρατηγός που καθοδηγεί από το μέτωπο της μάχης είναι ανόητος. Ήταν μία από εκείνες τις παμπάλαιες αναμνήσεις, παράθεμα από κάποιον που το όνομά του δεν ήταν μέσα στη θύμηση. Υπάρχει κίνδυνος να σκοτωθείς εκεί. Αυτό ήταν καθαρά Ματ Κώθον.
Στο τέλος, όλα τα έκριναν καθαρά οι αριθμοί. Δώδεκα Αελίτες κι αν δεν ήταν ολόκληρη η Ομάδα, ήταν σίγουρα επτακόσιοι που είχαν καταφέρει να φτάσουν στη λοφοκορφή πριν από το τέλος. Νεκροί ήταν δώδεκα Αελίτες και, επειδή ήταν Αελίτες, επίσης καμιά εικοσαριά άνδρες της Ομάδας, ενώ διπλάσιοι ήταν εκείνοι που αιμορραγούσαν και βογκούσαν, καθώς δέχονταν τις φροντίδες των άλλων. Ακόμα και με το λίγο που είχε εμπλακεί, ο Ματ ήταν κομμένος κι έχυνε αίμα από πεντ’ έξι σημεία, κι υποψιαζόταν ότι τουλάχιστον τα τρία θα χρειάζονταν ράμματα.
Το δόρυ του ήταν ό,τι έπρεπε για πεζοπορία, καθώς προχωρούσε χωλαίνοντας για να πλησιάσει τον Ταλμέηνς, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στο χώμα με τον Ντήριντ να δένει έναν επίδεσμο γύρω από το αριστερό του πόδι.
Το λευκό πουκάμισο του Ταλμέηνς, που κρεμόταν χαλαρά, λαμπύριζε σκούρο σε δυο μέρη. «Απ’ ό,τι φαίνεται», είπε λαχανιασμένα, «ο Νέριμ θα μου ξανακάνει τη μοδίστρα, αυτός ο αδέξιος ταύρος». Ο Νέριμ ήταν ο υπηρέτης του και μπάλωνε τόσο συχνά τα ρούχα του αφέντη του όσο και τον ίδιο.
«Θα είναι εντάξει;» ρώτησε μαλακά ο Ματ.
Ο Ντήριντ σήκωσε τους ώμους. Φορούσε μόνο το παντελόνι του. «Αιμορραγεί λιγότερο από σένα, θα έλεγα». Σήκωσε το βλέμμα. Μια καινούρια ουλή είχε προστεθεί στη συλλογή του προσώπου του. «Πάλι καλά που τους ξέφυγες, Ματ. Είναι φανερό ότι ήθελαν εσένα».
«Χαίρομαι που δεν τους έδωσα αυτό που ήθελαν». Μορφάζοντας, ο Ταλμέηνς σηκώθηκε με κόπο όρθιος, αγκαλιάζοντας τον Ντήριντ από τον ώμο με το ένα χέρι. «θα ήταν κρίμα να χάσουμε το γούρι της Ομάδας από μια ομάδα αγρίων μέσα στη νυχτιά».
Ο Ματ ξερόβηξε. «Κι εγώ αυτό σκέφτηκα». Η εικόνα των Αελιτών που χώνονταν στη σκηνή του ξανάρθε στο μυαλό του κι ανατρίχιασε. Γιατί στο Φως ήθελαν οι Αελίτες να τον σκοτώσουν;
Ο Ναλέσεν εμφανίστηκε από κει που είχαν αραδιάσει τους νεκρούς Αελίτες. Ακόμα και τώρα φορούσε το σακάκι του, αν κι όχι κουμπωμένο· κοίταζε συνοφρυωμένος μια κηλίδα αίματος στο πέτο, που μπορεί να ήταν δικό του αίμα, μπορεί κάποιου άλλου. «Που να καεί η ψυχή μου, το ήξερα ότι κάποια στιγμή αυτοί οι άγριοι θα στρέφονταν εναντίον μας. Φαντάζομαι ήταν από το τσούρμο που μας προσπέρασε νωρίτερα σήμερα».
«Αμφιβάλλω», είπε ο Ματ. «Αν με ήθελαν, θα μπορούσαν να με σουβλίσουν και να με βάλουν στη φωτιά πριν το πάρετε χαμπάρι». Πλησίασε κουτσά-κουτσά και περιεργάστηκε τους Αελίτες, παίρνοντας ένα φανάρι που είχε φέρει κάποιος γιατί το σεληνόφως δεν αρκούσε. Με την ανακούφιση που ένιωσε βλέποντας μόνο ανδρικά πρόσωπα, παραλίγο θα λύγιζαν τα γόνατά του. Δεν ήξερε κανέναν τους, αλλά, βέβαια, δεν ήξερε και πολλούς Αελίτες. «Είναι Σάιντο, θα έλεγα», είπε, επιστρέφοντας στους άλλους μαζί με το φανάρι. Μπορεί να ήταν Σάιντο. Μπορεί να ήταν Σκοτεινόφιλοι· ήξερε πολύ καλά ότι υπήρχαν Σκοτεινόφιλοι ανάμεσά στους Αελίτες. Και, φυσικά, οι Σκοτεινόφιλοι είχαν λόγο να τον θέλουν νεκρό.