Выбрать главу

«Αύριο», είπε ο Ντήριντ, «νομίζω ότι πρέπει να δοκιμάσουμε να βρούμε κάποια απ’ αυτές τις Άες Σεντάι πέρα από το ποτάμι. Ο Ταγμένης θα ζήσει, εκτός αν βγήκε από μέσα του όλο το μπράντυ που ήπιε απόψε, αλλά μερικοί από τους άλλους ίσως να μην είναι τόσο τυχεροί». Ο Ναλέσεν δεν είπε τίποτα, αλλά το γρύλισμά του έλεγε πολλά· στο κάτω-κάτω ήταν Δακρυνός, κι αυτοί έτρεφαν λιγότερη αγάπη απ’ όσο ο Ματ για τις Άες Σεντάι.

Ο Ματ δεν δίστασε να συμφωνήσει. Δεν θα επέτρεπε σε καμία Άες Σεντάι να διαβιβάσει επάνω του —κατά κάποιον τρόπο, κάθε ουλή έδειχνε άλλη μια μικρή νίκη, άλλη μια φορά που είχε αποφύγει τις Άες Σεντάι— αλλά δεν μπορούσε να ζητήσει από κάποιον να πεθάνει. Κι ύστερα τους είπε τι ήθελε.

«Ένα χαντάκι;» ρώτησε ο Ταλμέηνς χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του.

«Ολόγυρα στο στρατόπεδο;» Το μυτερό γενάκι του Ναλέσεν έτρεμε. «Κάθε βράδυ;»

«Και πασσαλόπηγμα;» αναφώνησε ο Ντήριντ. Ρίχνοντας μια ματιά ολόγυρα, χαμήλωσε τη φωνή του. Υπήρχαν ακόμα κάποιοι στρατιώτες εκεί γύρω που έπαιρναν τις σωρούς. «Θα κάνουν ανταρσία, Ματ».

«Όχι», είπε ο Ματ. «Το πρωί, όλοι οι άνδρες ως τον τελευταίο θα έχουν μάθει ότι οι Αελίτες τρύπωσαν στο στρατόπεδο για να φτάσουν στη σκηνή μου. Οι μισοί θα μείνουν ξάγρυπνοι από τη σκέψη ότι ίσως ξυπνήσουν μ’ ένα Αελίτικο δόρυ χωμένο στο πλευρό τους. Εσείς οι τρεις φροντίστε να καταλάβουν ότι το πασσαλόπηγμα ίσως εμποδίσει τους Αελίτες να ξαναμπούν». Τουλάχιστον θα τους επιβράδυνε. «Φύγετε τώρα και αφήστε με να κοιμηθώ λιγάκι απόψε».

Όταν οι τρεις έφυγαν, ο Ματ περιεργάστηκε τη σκηνή του. Υπήρχαν μακριές χαρακιές στους τοίχους, εκεί απ’ όπου είχαν μπει οι Αελίτες, οι οποίες σάλευαν στο ασθενικό αεράκι. Αναστέναξε, ξεκίνησε να ξαναγυρίσει στην κουβέρτα του στο θάμνο, και τότε κοντοστάθηκε. Ο ήχος που τον είχε ξεσηκώσει. Οι Αελίτες δεν είχαν ξανακάνει κανένα θόρυβο, ούτε έναν ψίθυρο. Ήταν αθόρυβοι σαν σκιές. Τι ήχος ήταν, λοιπόν;

Γέρνοντας στο δόρυ του, προχώρησε στα κουτσά γύρω από τη σκηνή του, μελετώντας το έδαφος. Δεν ήξερε τι έψαχνε. Οι μαλακές μπότες των Αελιτών δεν είχαν αφήσει χνάρια που να φαίνονται με το φως του φαναριού. Δύο από τα σκοινιά της σκηνής κρέμονταν εκεί που είχαν κοπεί, αλλά... Ακούμπησε το φανάρι κάτω κι έπιασε τα σκοινιά. Ο ήχος μπορεί να ήταν από ένα τεντωμένο σκοινί που κοβόταν, αλλά δεν υπήρχε λόγος να το κόψουν για να μπουν μέσα. Κάτι στη γωνία των τομών, στον τρόπο που ευθυγραμμίζονταν, τράβηξε την προσοχή του. Πήρε το φανάρι και κοίταξε γύρω. Ένας ξερός θάμνος λίγο παραπέρα ήταν σαν να τον είχαν κλαδέψει στη μια μεριά του, και τα λεπτά κλαράκια με τα μικρά φύλλα κείτονταν στο χώμα. Αψογο κλάδεμα, τελείως επίπεδο, κι οι κομμένες άκριες ήταν ίσιες σαν να τις είχε πλανίσει μαραγκός.

Ο Ματ ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται. Εδώ είχε ανοίξει μια από κείνες τις τρύπες στον αέρα που χρησιμοποιούσε ο Ραντ. Λες και δεν έφτανε που είχαν προσπαθήσει να τον σκοτώσουν Αελίτες, επιπλέον τους είχε στείλει κάποιος που μπορούσε να φτιάχνει αυτές τις... πύλες, όπως τις αποκαλούσε ο Ραντ. Μα το Φως, αν δεν ήταν ασφάλής από τους Αποδιωγμένους με την Ομάδα ολόγυρα του, τότε πού θα ήταν; Αναρωτήθηκε πώς θα κοιμόταν από δω και πέρα, με φωτιές για τους σκοπούς γύρω από τη σκηνή του. Και με φρουρά· τιμητική φρουρά, έτσι θα την ονόμαζε, για να μην τους κακοφανεί πολύ, που θα φύλαγε ολόγυρα τη σκηνή του. Την άλλη φορά μάλλον θα έρχονταν εκατό Τρόλοκ ή και χίλιοι, αντί για μια χούφτα Αελίτες. Ήταν, άραγε, όντως τόσο σημαντικός; Αν έκριναν ότι ήταν τόσο σημαντικός, την άλλη φορά ίσως να ερχόταν κάποιος Αποδιωγμένος. Μα το αίμα και τις στάχτες! Δεν είχε ζητήσει ποτέ να γίνει τα’βίρεν, δεν είχε ζητήσει ποτέ να συνδεθεί με τον καμένο τον Αναγεννημένο Δράκοντα.

«Μα το αίμα και—!»

Το χώμα και τα πετραδάκια που έτριξαν τον προειδοποίησαν και στριφογύρισε ανεμίζοντας το δόρυ μ’ ένα γρύλισμά. Μόλις την τελευταία στιγμή συγκράτησε τη λεπίδα που έσχιζε τον αέρα, καθώς ο Όλβερ ούρλιαζε κι έπεφτε ανάσκελα, κοιτώντας τη μύτη της λεπίδας με γουρλωμένα μάτια.

«Τι στο ματωμένο Χάσμα του Χαμού γυρεύεις εδώ;» τον αποπήρε ο Ματ.