«Ε... Ε...» Το αγόρι κοντοστάθηκε για να ξεροκαταπιεί. «Λένε ότι πενήντα Αελίτες προσπάθησαν να σε σκοτώσουν στον ύπνο σου, Άρχοντα Ματ, αλλά πρόφτασε και τους σκότωσες εσύ, κι ήθελα να δω αν είσαι καλά, και... Ο Άρχοντας Εντόριον μου αγόρασε παπούτσια. Βλέπεις;» Σήκωσε το παπουτσοφορεμένο πόδι του.
Μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του, ο Ματ σήκωσε όρθιο τον Όλβερ. «Δεν εννοούσα αυτό. Γιατί δεν είσαι στο Μάερον; Δεν βρήκε ο Εντόριον καμία να σε φροντίζει;»
«Εκείνη ήθελε τα λεφτά του Άρχοντα Εντόριον, όχι εμένα. Είχε έξι δικά της παιδιά. Ο αφέντης Μπέρντιν μου δίνει μπόλικο φαΐ κι εγώ το μόνο που έχω να κάνω είναι να ταΐζω και να ποτίζω τα άλογά του και να τα ξυστρίζω. Αυτό μου αρέσει, Άρχοντα Ματ. Αλλά δεν με αφήνει να ιππεύσω».
Ακούστηκε ένας ξερόβηχας. «Με έστειλε ο Άρχοντας Ταλμέηνς, Άρχοντά μου». Ο Νέριμ ήταν κοντός ακόμα και για Καιρχινός, ένας ξερακιανός γκριζομάλλης με μακριά μούρη, που έμοιαζε να λέει ότι τίποτα δεν πήγαινε καλά προς το παρόν κι ότι μακροπρόθεσμα η σημερινή μέρα δεν ήταν από τις χειρότερες. «Αν με συγχωρέσει ο Άρχοντας μου γι’ αυτό που θα πω, οι κηλίδες του αίματός δεν θα βγουν ποτέ από τα ασπρόρουχά του, αλλά, αν μου το επιτρέψει ο Άρχοντάς μου, ίσως μπορέσω να κάνω κάτι για τα κοψίματά του». Κρατούσε παραμάσχαλα το κουτί με τα ραφτικά σύνεργά του. «Μικρέ, τρέχα φέρε λίγο νερό. Μην αντιμιλάς. Νερό για τον Άρχοντά μου, και σβέλτα». Ο Νέριμ έπιασε το φανάρι, ενώ ταυτοχρόνως υποκλινόταν. «Αν θα ήθελε ο Άρχοντάς μου να μπει μέσα; Ο αέρας της νύχτας δεν κάνει καλό στις λαβωματιές».
Σε λίγο ο Ματ είχε ξαπλωθεί πλάι στο στρώμα του —«Ο Άρχοντάς μου δεν θα θέλει να λερώσει τις κουβέρτες του»— κι είχε αφήσει τον Νέριμ να ξεπλύνει το ξεραμένο αίμα και να τον ράψει. Ο Ταλμέηνς είχε δίκιο· για μοδίστρα, ο άνθρωπος είχε αδέξιο, βαρύ χέρι. Με τον Όλβερ μπροστά, δεν είχε άλλη επιλογή από το να σφίξει τα δόντια και να το υπομείνει.
Για να διώξει τη βελόνα του Νέριμ από τις σκέψεις του, ο Ματ έδειξε το φθαρμένο υφασμάτινο λουρί που κρεμόταν από τον ώμο του Όλβερ. «Τι έχεις αυτού;» είπε λαχανιασμένα.
Ο Όλβερ έσφιξε στον κόρφο του το κουρελιασμένο σακίδιο. Ήταν πιο καθαρός από την πρώτη φορά, αν κι όχι πιο ωραίος. Τα παπούτσια φαίνονταν γερά, το μάλλινο πουκάμισο και το παντελόνι έδειχναν καινούρια. «Δικό μου είναι», είπε αμυντικά. «Δεν έκλεψα τίποτα». Ύστερα από μια παύση, άνοιξε το σακίδιο κι άρχισε να απλώνει τα περιεχόμενα του. Το δεύτερο παντελόνι, τα δύο επιπλέον πουκάμισα κι οι κάλτσες δεν τον ενδιέφεραν, όμως απαρίθμησε τα άλλα αντικείμενα. «Έχω ένα πούπουλο κοκκινογέρακου, Άρχοντα Ματ, και μια πέτρα που είναι ολόιδια το χρώμα του ήλιου. Βλέπεις;» Πρόσθεσε ένα μικρό πουγκί. «Έχω πέντε χάλκινες και μια ασημένια πένα». Ένα πανί τυλιγμένο ρολό δεμένο με νήμα κι ένα μικρό ξύλινο κουτί. «Το παιχνίδι μου, Φίδια κι Αλεπούδες· μου το έφτιαξε ο πατέρας μου· σχεδίασε τον πίνακα μόνος του». Μια έκφραση οδύνης φάνηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό του, αλλά μετά συνέχισε να μιλά. «Και κοίτα εδώ, αυτή η πέτρα έχει μέσα ένα ψαροκέφαλο. Δεν ξέρω πώς μπήκε εκεί. Κι έχω εδώ ένα καβούκι χελώνας. Μιας χελώνας με γαλάζια ράχη. Βλέπεις τις ρίγες;»
Μορφάζοντας, επειδή μια βελονιά ήταν ακόμα πιο άγρια από τις άλλες, ο Ματ άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το τυλιγμένο ύφασμα. Ένιωθε καλύτερα όταν ανάσαινε από τη μύτη. Ήταν παράξενο πώς λειτουργούσαν αυτές οι τρύπες στις πραγματικές αναμνήσεις του· θυμόταν πώς παιζόταν το Φίδια κι Αλεπούδες, μα δεν θυμόταν να είχε παίξει ποτέ του. «Ωραίο καβούκι, Όλβερ. Είχα κι εγώ ένα κάποτε. Μια πράσινη μπάσκερ». Άπλωσε το χέρι από την άλλη μεριά κι έπιασε το πουγκί του· ψάρεψε από μέσα δύο χρυσές Καιρχινές κορώνες. «Πρόσθεσε κι αυτές στη συλλογή σου, Όλβερ. Ο άνδρας πρέπει να έχει και λίγο χρυσάφι στην τσέπη του».
Ο Όλβερ άρχισε να ξαναβάζει μουδιασμένος τα πράγματα στο σακίδιό του. «Δεν ζητιανεύω, Άρχοντα Ματ. Δουλεύω για το φαΐ μου. Δεν είμαι ζήτουλας».
«Δεν σκόπευα να πω τέτοιο πράγμα». Ο Ματ κοίταξε βιαστικά ολόγυρα του για να βρει κάποιο λόγο να πληρώσει στο αγόρι δύο κορώνες. «Να... χρειάζομαι κάποιον να μεταφέρει τα μηνύματά μου. Δεν μπορώ να ζητήσω κανέναν από την Ομάδα· όλοι έχουν τις δουλειές τους ως στρατιώτες. Φυσικά, θα πρέπει να περιποιείσαι ο ίδιος το άλογό σου. Δεν θα ζητούσα από κάποιον άλλο να σου κάνει αυτή την αγγαρεία».
Ο Όλβερ ανακάθισε με ίσιο το κορμί. «Θα έχω δικό μου άλογο;» είπε χωρίς να το πιστεύει.
«Φυσικά. Υπάρχει, όμως, ένα θέμα. Το όνομά μου είναι Ματ. Αν με ξαναπείς Άρχοντα Ματ, θα σου δέσω τη μύτη κόμπο». Μουγκρίζοντας, σχεδόν πετάχτηκε όρθιος. «Που να καείς, Νέριμ, πόδι είναι αυτό, όχι βοδινό μερί!»
«Όπως λέει ο Άρχοντάς μου», μουρμούρισε ο Νέριμ, «το πόδι του Άρχοντά μου δεν είναι βοδινό μερί. Σε ευχαριστώ, Άρχοντά μου, για το μάθημα».