Η Γκρένταλ παραλίγο θα έχυνε κάτω το κρασί της. «Ναι, ε; Εγώ άκουσα ότι σκότωσε τον αγγελιοφόρο σου». Αν τον τάραξε το γεγονός ότι η Γκρένταλ γνώριζε τόσα, αλλά το έκρυψε καλά. Αντιθέτως, χαμογέλασε.
«Ο αλ’Θόρ δεν σκότωσε κανέναν. Ο Άντρις πήγε εκεί για να πεθάνει· νομίζεις ότι μου αρέσει να περιμένω πότε θα γυρίσουν οι αγγελιοφόροι; Ή τα περιστέρια; Ο τρόπος του θανάτου του μου είπε την απάντηση του αλ’Θόρ».
«Η οποία ήταν;» ρώτησε εκείνη με προσοχή.
«Ανακωχή μεταξύ μας».
Η Γκρένταλ ένιωσε παγωμένα δάχτυλα να χώνονται στο κρανίο της. Αποκλείεται να ήταν αλήθεια. Όμως ο Σαμαήλ έμοιαζε τόσο άνετος, περισσότερο από τις άλλες φορές που τον είχε δει από τότε που είχε ξυπνήσει. «Ο Λουζ Θέριν ποτέ δεν θα—»
«Ο Λουζ Θέριν είναι νεκρός από καιρό, Γκρένταλ». Τη διέκοψε με θυμηδία, με χλευασμό ίσως. Δίχως διόλου θυμό.
Εκείνη προσποιήθηκε ότι έπινε κρασί για να κρύψει τη βαθιά ανάσα της. Ήταν, άραγε, αλήθεια; «Ο στρατός του ακόμα συγκεντρώνεται στο Δάκρυ. Τον είδα. Δεν μου μοιάζει με ανακωχή αυτό».
Ο Σαμαήλ γέλασε τρανταχτά. «Χρειάζεται καιρός για να αλλάξει πορεία ένα στράτευμα. Πίστεψέ με, δεν θα κινηθεί εναντίον μου».
«Νομίζεις πως όχι; Ένας-δυο από τους μικρούς μου φίλους λένε ότι σε θέλει νεκρό επειδή σκότωσες κάποιες από τις χαϊδεμένες Κόρες του. Αν ήμουν στη θέση σου, θα σκεφτόμουν να πάω σε κάποιο λιγότερο επιδεικτικό μέρος, κάπου που να μην μπορεί να με βρει». Εκείνος ούτε που πετάρισε τα βλέφαρά του. Λες κι είχαν κοπεί τα νήματα που τον κινούσαν.
«Τι σημασία έχει αν πέθαναν μερικές Κόρες;» Είχε μια αληθινά μπερδεμένη έκφραση στο πρόσωπό του. «Μάχη ήταν· οι στρατιώτες σκοτώνονται στη μάχη. Μπορεί ο αλ’Θόρ να είναι γεωργός, αλλά έχει στρατηγούς να δίνουν τις μάχες για λογαριασμό του και να του εξηγούν τα πράγματα. Αμφιβάλλω αν το πρόσεξε καν».
«Ποτέ δεν πρόσεξες στ’ αλήθεια αυτούς τους ανθρώπους. Αλλαξαν όσο άλλαξε κι η γη, Σαμαήλ. Όχι μόνο οι Αελίτες. Σε μερικά πράγματα, οι άλλοι άλλαξαν ακόμα περισσότερο. Αυτοί οι στρατιώτες ήταν γυναίκες και για τον Ραντ αλ’Θόρ αυτό έχει σημασία».
Εκείνος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους κι εκείνη έκρυψε την περιφρόνησή της, κρατώντας το στράιθ της σταθερό σε μια γαλήνια ομίχλη. Ο Σαμαήλ ποτέ δεν είχε κατανοήσει ότι πρέπει να καταλάβεις τους ανθρώπους για να κάνουν αυτό που θέλεις. Ήταν καλή η Πειθώ, αλλά δεν μπορούσες να την εφαρμόσεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Αναρωτήθηκε μήπως το κουτί στάσης ήταν η κρύπτη που «είχε σχεδόν στα χέρια του». Αν ο Σαμαήλ έβρισκε έστω κι ένα ανγκριάλ... Αν έβρισκε, τότε η Γκρένταλ θα το μάθαινε, αλλά μάλλον μόνο όταν της το αποκάλυπτε ο ίδιος. «Φαντάζομαι, λοιπόν, ότι θα δούμε τώρα πόσο σοφότερος έχει γίνει ο πρωτόγονος Λουζ Θέριν». Εκείνη ύψωσε το φρύδι της με αμφιβολία, χαμογέλασε κι η ίδια. Καμία αντίδραση εκ μέρους του. Πώς είχε καταφέρει να χαλιναγωγεί έτσι τα νεύρα του; Το όνομα του Λουζ Θέριν από μόνο του κανονικά αρκούσε για να τον ξεσηκώσει. «Αν δεν καταφέρει να σε διώξει από το Ίλιαν σαν ένα κόζα που σκαρφαλώνει σε δένδρο, ίσως—»
«Ίσως δεν αντέχεται τόση αναμονή», τη διέκοψε εκείνος ήρεμα. «Ίσως δεν την αντέχεις εσύ, εννοώ».
«Με απειλείς, Σαμαήλ;» Η εσθήτα της απέκτησε ένα απαλό ροδαλό χρώμα, αλλά εκείνη την άφησε έτσι. Ας καταλάβαινε ο Σαμαήλ ότι ήταν θυμωμένη. «Νόμιζα ότι είχες αντιληφθεί εδώ και καιρό ότι είναι σφάλμα να με απειλεί κανείς».
«Δεν είναι απειλή, Γκρένταλ», της ανταπάντησε γαλήνια. Τα «κουμπιά» του δεν είχαν αποτέλεσμα· τίποτα δεν τάραζε αυτή την εύθυμη αμεριμνησία. «Απλώς γεγονότα. Ο αλ’Θόρ δεν πρόκειται να μου επιτεθεί, κι εγώ δεν πρόκειται να του επιτεθώ. Και φυσικά, συμφώνησα να μην προσφέρω αρωγή σε κανέναν άλλο Αποδιωγμένο που ίσως βρει ο αλ’Θόρ. Όλα αυτά συμβαδίζουν με τις διαταγές του Μεγάλου Άρχοντα, δεν συμφωνείς;»
«Φυσικά». Δεν έχασε την ήρεμη έκφραση της, όμως το στράιθ είχε πάρει πιο βαθύ χρώμα, χάνοντας κάπως την ομιχλώδη αίσθησή του. Εν μέρει, το χρώμα έδειχνε ακόμα θυμό. Υπήρχαν κι άλλα εκτός αυτών που της έλεγε ο Σαμαήλ, αλλά πώς θα τα έβρισκε;
«Πράγμα που σημαίνει», συνέχισε εκείνος, «ότι τη Μέρα του Γυρισμού πιθανότατα θα είμαι ο μόνος που θα έχει απομείνει για να αντιμετωπίσει τον αλ’Θόρ».
«Αμφιβάλλω αν θα καταφέρει να μας σκοτώσει όλους», είπε εκείνη καυστικά, αλλά ένιωθε κάτι να της καίει το στομάχι. Ήταν τόσοι οι Αποδιωγμένοι που είχαν πεθάνει. Ο Σαμαήλ πράγματι είχε βρει τρόπο να καθίσει παράμερα μέχρι το τέλος· αυτή ήταν η μόνη εξήγηση.
«Δεν το πιστεύεις; Ούτε ακόμα κι αν μάθει πού είστε όλοι;» Το χαμόγελο πλάτυνε. «Είμαι σίγουρος ότι ξέρω τι πλεκτάνες ετοιμάζει ο Ντεμάντρεντ, μα πού κρύβεται, άραγε; Πού είναι η Σέμιραγκ; Η Μεσάνα; Τι γίνεται με τον Ασμόντιαν και τη Λανφίαρ; Τη Μογκέντιεν;»