Εκείνα τα παγωμένα δάχτυλα επέστρεψαν, αφήνοντας αυλακιές στο κρανίο της. Δεν θα του επέτρεπε να ξαπλώνεται εκεί μπροστά της και να της μιλά έτσι —αποκλείεται να της πρότεινε αυτό που της πρότεινε— εκτός αν... «Ο Ασμόντιαν κι η Λανφίαρ είναι νεκροί, κι είμαι σίγουρη πως κι η Μογκέντιεν επίσης πρέπει να έχει πεθάνει». Ξαφνιάστηκε ακούγοντας την ίδια της τη φωνή, τραχιά και τρεμουλιαστή. Το κρασί δεν μαλάκωνε το ξερό λαρύγγι της.
«Κι οι άλλοι;» Ήταν απλώς μια ερώτηση· η φωνή του δεν ήταν καθόλου επίμονη. Ένιωσε μια ανατριχίλα να διατρέχει το κορμί της.
«Ό,τι ξέρω σου το είπα, Σαμαήλ».
«Δεν μου είπες τίποτα. Όταν θα είμαι Νή’μπλις, εγώ θα διαλέξω ποιος θα είναι ο άμεσα υφιστάμενος μου. Θα πρέπει να είναι ζωντανός για να δεχθεί το άγγιγμα του Μεγάλου Άρχοντα».
«Ισχυρίζεσαι ότι πήγες στο Σάγιολ Γκουλ; Ότι ο Μέγας Άρχοντας σου υποσχέθηκε...;»
«Θα τα μάθεις όλα στην κατάλληλη ώρα, ούτε μια στιγμή νωρίτερα. Αλλά έχω μια μικρή συμβουλή για σένα, Γκρένταλ. Προετοιμάσου από τώρα. Πού βρίσκονται;»
Το μυαλό της άρχισε να δουλεύει μανιασμένα. Σίγουρα ο Σαμαήλ είχε πετύχει αυτή την υπόσχεση. Σίγουρα. Μα γιατί αυτός; Όχι, δεν ήταν τώρα η στιγμή για εικασίες. Ο Μέγας Άρχοντας επέλεγε όποιον επιθυμούσε. Κι ο Σαμαήλ ήξερε πού βρισκόταν η Γκρένταλ. Θα μπορούσε να το σκάσει από το Άραντ Ντόμαν, να μεταφέρει τη βάση της κάπου αλλού· δεν θα ήταν δύσκολο. Αν παρατούσε τα μικρά παιχνίδια που έπαιζε εδώ, ακόμα κι αν εγκατέλειπε τα άλλα τα μεγαλύτερα, θα ήταν μικρό τίμημα για να μην την κυνηγήσει ο αλ’Θόρ — ή ο Λουζ Θέριν. Δεν είχε καμία πρόθεση να τον αντιμετωπίσει ποτέ ευθέως· αφού είχαν υποκύψει μπροστά του ο Ισαμαήλ κι ο Ράχβιν, τότε η Γκρένταλ δεν ήθελε να δοκιμάσει τη δύναμή του, τουλάχιστον κατά μέτωπον. Ο Σαμαήλ σίγουρα είχε λάβει εκείνη την υπόσχεση. Αν ο Σαμαήλ πέθαινε τώρα... Πρέπει τώρα να κρατούσε το σαϊντίν —αλλιώς θα ήταν τρελός να λέει τέτοια πράγματα— και θα αντιλαμβανόταν ακαριαία την Γκρένταλ αν έπιανε το σαϊντάρ. Εκείνη θα κατέληγε νεκρή. Πρέπει να κρατούσε το σαϊντίν. «Δεν... δεν ξέρω πού είναι ο Ντεμάντρεντ κι η Σέμιραγκ. Η Μεσάνα... Η Μεσάνα είναι στον Λευκό Πύργο. Μόνο αυτά ξέρω. Το ορκίζομαι».
Το σφίξιμο που ένιωθε στο στήθος της χαλάρωσε όταν εκείνος ένευσε. «Θα μου βρεις τους υπόλοιπους». Δεν ήταν ερώτηση. «Όλους, Γκρένταλ. Αν θέλεις να πιστέψω ότι κάποιος είναι νεκρός, δείξε μου το πτώμα του».
Ευχήθηκε να τολμούσε να τον σκοτώσει. Η εσθήτα της τρικύμισε, παίρνοντας φανταχτερές αποχρώσεις του κόκκινου, απηχώντας το θυμό, το φόβο και την ντροπή που μαίνονταν ανεξέλεγκτα μέσα της. Πολύ καλά, άσε τον Σαμαήλ να πιστεύει προς το παρόν ότι την είχε τρομάξει. Άσε τον Σαμαήλ να το κάνει αυτό, να προσφέρει τη Μεσάνα στον αλ’Θόρ, να τους προσφέρει όλους στον αλ’Θόρ, αρκεί ο αλ’Θόρ να μην ερχόταν στο κατόπι της. «Θα προσπαθήσω».
«Δεν θα προσπαθήσεις, Γκρένταλ. Θα το κάνεις».
Όταν η Γκρένταλ έφυγε κι η πύλη προς το παλάτι της στο Άραντ Ντόμαν έκλεισε, ο Σαμαήλ άφησε να σβήσει το χαμόγελο από το πρόσωπό του. Τα σαγόνια του πονούσαν τόση ώρα που χαμογελούσε. Η Γκρένταλ σκεφτόταν υπερβολικά πολύ· είχε συνηθίσει να κάνει τους άλλους να δρουν για λογαριασμό της και δεν είχε σκεφτεί να δράσει η ίδια. Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε εκείνη, αν ανακάλυπτε ποτέ ότι ο Σαμαήλ την είχε χειριστεί τόσο επιδέξια όσο είχε χειριστεί κι εκείνη τόσους βλάκες στην εποχή της. Θα έβαζε στοίχημα τα πάντα ότι δεν είχε αντιληφθεί τον πραγματικό σκοπό του. Έτσι, λοιπόν, η Μεσάνα ήταν μέσα στον Λευκό Πύργο. Η Μεσάνα στον Πύργο κι η Γκρένταλ στο Αραντ Ντόμαν. Αν μπορούσε να δει η Γκρένταλ το πρόσωπό του εκείνη τη στιγμή, θα γευόταν τον αληθινό φόβο. Ό,τι και αν συνέβαινε, ο Σαμαήλ σκόπευε να είναι αυτός που θα έμενε όρθιος τη Μέρα του Γυρισμού, που θα ονομαζόταν Νή’μπλις και θα νικούσε τον Αναγεννημένο Δράκοντα.
24
Μια Πρεσβεία
Η Εγκουέν γύρισε την πλάτη στους μουσικούς που έπαιζαν στη γωνιά του δρόμου, μια ιδρωμένη γυναίκα που φυσούσε ένα μακρύ φλάουτο κι έναν κοκκινοπρόσωπο άνδρα που έπαιζε ένα εννιάχορδο μπίτερν και διέσχισε το πλήθος με ανάλαφρη καρδιά. Ο ήλιος έστεκε ψηλά στον ουρανό σαν λιωμένο χρυσάφι και το πλακόστρωτο του δρόμου έκαιγε τόσο, που την τσουρούφλιζε, διαπερνώντας τις σόλες από τις μαλακές μπότες της. Ιδρώτας έσταζε από τη μύτη της, το επώμιο της έμοιαζε με βαριά κουβέρτα παρ’ όλο που το είχε ρίξει χαλαρά στους αγκώνες της, κι ο αέρας είχε τόση σκόνη που ήδη της έφερνε την επιθυμία να κάνει μπάνιο, όμως η Εγκουέν χαμογελούσε. Κάποιοι την κοίταζαν με μισό μάτι νομίζοντας ότι δεν τους έβλεπε, κάτι που σχεδόν την έκανε να γελάσει. Έτσι κοίταζαν τους Αελίτες. Οι άνθρωποι έβλεπαν αυτό που ήθελαν να δουν, κι έβλεπαν μια γυναίκα με Αελίτικη περιβολή, χωρίς να προσέχουν τα μάτια ή το ύψος της.