Πραματευτές και γυρολόγοι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, ανταγωνιζόμενοι τις κραυγές που άφηναν οι χασάπηδες κι οι κατασκευαστές κεριών, την κλαγγή και τον πάταγο που έρχονταν από τα μαγαζιά των αργυροχόων και των αγγειοπλαστών, το σκούξιμο των αλάδωτων αξόνων των κάρων. Αμαξάδες με έτοιμη τη βλαστήμια στο στόμα κι άνδρες που περπατούσαν πλάι σε βοϊδάμαξες διεκδικούσαν την προτεραιότητα από σκούρες λουστραρισμένες σέντιες κι επίσημες μαύρες άμαξες με θυρεούς Οίκων στις πόρτες. Παντού έβλεπες μουσικούς, μαζί με ακροβάτες και ταχυδακτυλουργούς. Μια παρέα γυναικών με χλωμό δέρμα και φορέματα ιππασίας που έφεραν σπαθιά πέρασαν με αγέρωχο βήμα, μιμούμενες τη συμπεριφορά των ανδρών, όπως αυτές τη φαντάζονταν, γελώντας τραχιά και σκουντώντας για να ανοίξουν δρόμο με τρόπο που θα είχε ξεκινήσει δέκα καυγάδες σε ακτίνα εκατό βημάτων, αν ήταν άνδρες. Το σφυρί ενός σιδερά καμπάνιζε πάνω στο αμόνι. Γενικά, ένας αχός και μια βουή πλανώνταν στον αέρα, οι ήχοι της πόλης που σχεδόν τους είχε ξεχάσει όσο ήταν μεταξύ των Αελιτών. Ίσως της είχαν λείψει.
Και τότε έβαλε τα γέλια, καταμεσής στο δρόμο. Την πρώτη φορά που είχε ακούσει το θόρυβο της πόλης, είχε μείνει αποσβολωμένη. Μερικές φορές της φαινόταν ότι εκείνο το κοριτσάκι με τα γουρλωμένα μάτια ήταν κάποια άλλη.
Μια γυναίκα που περνούσε με τη ρούσσα φοράδα της μέσα από το πλήθος γύρισε να την κοιτάξει με περιέργεια. Το άλογο είχε ασημένιες καμπανούλες δεμένες στη μακριά χαίτη και την ουρά του, κι η γυναίκα είχε ακόμα περισσότερες στα μελαχρινά μαλλιά τη που κρέμονταν σχεδόν ως τη μέση της. Ήταν ομορφούλα, όχι πολύ μεγαλύτερη από την Εγκουέν, αλλά είχε μια σκληράδα στο πρόσωπό της κι έξι ή και παραπάνω μαχαίρια στη ζώνη, που το ένα ήταν σχεδόν εξίσου μεγάλο με μαχαίρι Αελίτη. Σίγουρα ήταν μια Κυνηγός του Κέρατος.
Ένας ψηλός εμφανίσιμος άνδρας με πράσινο σακάκι και δύο σπαθιά στη ράχη κοίταξε τη γυναίκα να περνά. Μάλλον ήταν κι αυτός Κυνηγός. Ο τόπος ήταν γεμάτος απ’ αυτούς. Καθώς το πλήθος κατάπινε τη γυναίκα με τη φοράδα, ο άνδρας γύρισε κι είδε την Εγκουέν να τον κοιτά. Χαμογελώντας με ξαφνικό ενδιαφέρον, ίσιωσε τους πλατιούς ώμους του και ξεκίνησε να την πλησιάσει.
Η Εγκουέν πήρε βιαστικά την πιο παγερή έκφρασή της, προσπαθώντας να συνδυάσει το πιο παγερό ύφος της Σορίλεα με την όψη της Σιουάν Σάντσε, καθώς είχε το επιτραχήλιο της Έδρας της Άμερλιν στους ώμους.
Αυτός κοντοστάθηκε με μια έκπληκτη έκφραση. Γύρισε να φύγει, κι η Εγκουέν τον άκουσε καθαρά να μουγκρίζει, «Καμένοι Αελίτες». Δεν κρατήθηκε και ξαναγέλασε· πρέπει να την άκουσε παρά τη φασαρία, επειδή πάγωσε και κούνησε το κεφάλι του. Αλλά δεν ξαναγύρισε να την κοιτάξει.
Η πηγή της καλής της διάθεσης ήταν διπλή. Από τη μια, οι Σοφές είχαν επιτέλους συμφωνήσει ότι ο περίπατος στην πόλη ήταν εξίσου καλή άσκηση με τον περίπατο γύρω από τα τείχη. Η Σορίλεα, πιο συγκεκριμένα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η Εγκουέν ήθελε να περάσει έστω κι ένα λεπτό περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν ανάμεσα στα στίφη των υδρόβιων, κι ειδικά στο στριμωξίδι εντός των τειχών. Κυρίως, όμως, ένιωθε όμορφα επειδή της είχαν πει ότι τώρα που είχαν εξαφανιστεί τελείως οι ανεξήγητοι γι’ αυτές πονοκέφαλοι της —δεν είχε καταφέρει να τους κρύψει απ’ αυτές— θα μπορούσε σύντομα να επιστρέψει στον Τελ’αράν’ριοντ. Όχι εγκαίρως για την επόμενη συνάντηση, σε τρεις μέρες, αλλά για τη μεθεπόμενη.
Αυτό ήταν ανακούφιση, κατά πολλούς τρόπους. Δεν θα αναγκαζόταν πια να τρυπώνει κρυφά στον Κόσμο των Ονείρων. Δεν θα έπρεπε να τα ξεδιαλύνει με κόπο όλα μόνη της. Δεν θα φοβόταν πια μήπως την έπιαναν οι Σοφές κι αρνούνταν να συνεχίσουν τα μαθήματα. Δεν χρειαζόταν πια να λέει ψέματα. Ήταν αναγκαίο —δεν είχε την πολυτέλεια να χρονοτριβεί· είχε πολλά να μάθει και πίστευε πως δεν είχε χρόνο να τα μάθει όλα— αλλά εκείνες δεν θα το καταλάβαιναν.
Υπήρχαν Αελίτες ανάμεσα στο πλήθος, άλλοι που φορούσαν καντιν’σόρ κι άλλοι με τα λευκά των γκαϊ’σάιν. Οι γκαϊ’σάιν πήγαιναν όπου τους έστελναν, όμως οι άλλοι έμοιαζαν να έχουν μπει στα τείχη για πρώτη φορά κι ίσως για τελευταία. Οι Αελίτες πραγματικά έδειχναν να αντιπαθούν τις πόλεις, αν κι είχαν έρθει πολλοί πριν από έξι μέρες, για να δουν τον απαγχονισμό του Μάνγκιν. Λεγόταν ότι είχε περάσει ο ίδιος τη θηλιά στο λαιμό του κι είχε κάνει κάποιο Αελίτικο αστείο για το αν η θηλιά θα έσπαζε το λαιμό του ή ο λαιμός του τη θηλιά. Η Εγκουέν είχε ακούσει αρκετούς Αελίτες να επαναλαμβάνουν το αστείο, αλλά κανέναν να σχολιάζει την κρεμάλα. Ο Ραντ συμπαθούσε τον Μάνγκιν· ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Η Μπερελαίν είχε πληροφορήσει τις Σοφές για την ποινή σαν να έλεγε ότι η μπουγάδα θα ήταν έτοιμη την επόμενη μέρα, κι οι Σοφές την είχαν ακούσει με τον ίδιο τρόπο. Η Εγκουέν πίστευε ότι ποτέ δεν θα καταλάβαινε τους Αελίτες. Πολύ φοβόταν ότι δεν καταλάβαινε πια τον Ραντ. Όσο για την Μπερελαίν, η Εγκουέν την καταλάβαινε μια χαρά· την ενδιέφεραν μονάχα οι άνδρες που ήταν ζωντανοί.