Με σκέψεις σαν αυτή, χρειάστηκε κόπος για να ανακτήσει την καλή της διάθεση. Η πόλη δεν ήταν πιο δροσερή μέσα από τα τείχη —η αλήθεια ήταν πως χωρίς αεράκι να φυσά και με τους ανθρώπους να ποδοπατιούνται, μπορεί να ήταν πιο ζεστή— κι υπήρχε κι εδώ σκόνη, τουλάχιστον, όμως, η Εγκουέν δεν ήταν αναγκασμένη να προχωρά με μόνο αξιοθέατο τις στάχτες των Προπυλαίων. Λίγες μέρες ακόμα και θα άρχιζε να ξαναμαθαίνει, να ξαναμαθαίνει στ’ αλήθεια.
Κοντοστάθηκε πλάι σε έναν νευρώδη Φωτοδότη με ιδρωμένο πρόσωπο· της ήταν εύκολο να καταλάβει τι ήταν ο άνθρωπος. Το παχύ μουστάκι του δεν ήταν μισοκρυμμένο πίσω από το διάφανο πέπλο που φορούσαν συχνά οι Ταραμπονέζοι, όμως το φαρδύ παντελόνι με τα κεντητά σχέδια στα μπατζάκια και το εξίσου φαρδύ πουκάμισο με τα κεντήματα στο στήθος ήταν χαρακτηριστικό. Πουλούσε σπίνους και τιρτιλιά σε κακοφτιαγμένα κλούβια. Τώρα που οι Σάιντο είχαν κάψει τον Τοπικό Οίκο τους, μερικοί Φωτοδότες προσπαθούσαν να βρουν πόρους για να επιστρέψουν στο Τάραμπον.
«Το έμαθα από αξιόπιστη πηγή», έλεγε ο Φωτοδότης σε μια εμφανίσιμη γυναίκα με μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν κι απλό σκούρο μπλε φόρεμα. Σίγουρα ήταν μια έμπορος, που είχε δει την ευκαιρία σε εκείνους που περίμεναν καλύτερη μοίρα στην Καιρχίν. «Οι Άες Σεντάι», της εκμυστηρεύτηκε ο Φωτοδότης, σκύβοντας πάνω από ένα πουλί στο κλουβί για να ψιθυρίσει, «είναι διαιρεμένες. Οι Άες Σεντάι βρίσκονται σε πόλεμο. Μεταξύ τους». Η έμπορος ένευσε πως συμφωνούσε.
Η Εγκουέν έπαψε να προσποιείται ότι την ενδιέφερε ένας πρασινοκέφαλος σπίνος και προχώρησε παρακάτω, αν και χρειάστηκε να πηδήξει στην άκρη για να περάσει ένας στρογγυλοπρόσωπος βάρδος, που προχωρούσε φουριόζος ανεμίζοντας αυτάρεσκα τον όλο μπαλώματα μανδύα του. Οι βάρδοι ήξεραν καλά ότι ήταν από τους λίγους υδρόβιους που ήταν ευπρόσδεκτοι στην Ερημιά· οι Αελίτες δεν τους φόβιζαν. Τουλάχιστον αυτό προσποιούνταν.
Αυτή η φήμη την είχε ενοχλήσει. Όχι το ότι ο Πύργος είχε χωριστεί —αυτό δεν θα έμενε κρυφό για πολύ ακόμα— αλλά οι συζητήσεις περί πολέμου μεταξύ των Άες Σεντάι. Το να ξέρεις ότι οι Άες Σεντάι τα είχαν βάλει με Άες Σεντάι ήταν σαν να ήξερες ότι ένα μέρος της οικογένειάς σου τα είχε βάλει με ένα άλλο· ήταν οριακά ανεκτό, αν γνώριζες τους λόγους, αλλά και μόνο η σκέψη ότι μπορεί η κατάσταση να χειροτέρευε... Μακάρι να υπήρχε τρόπος να Θεραπευτεί ο Πύργος, να επανενωθεί χωρίς αιματοχυσία.
Λίγο παραπέρα στο δρόμο, μια ιδρωμένη Προπυλιανή, που θα ήταν όμορφη αν το πρόσωπό της ήταν πιο καθαρό, μοίραζε φήμες μαζί με τις κορδέλες και τις καρφίτσες που είχε σε ένα δίσκο κρεμασμένο από λουρί στο σβέρκο της. Φορούσε γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα, με κόκκινες πινελιές στο φουστάνι, το οποίο ήταν ραμμένο για πιο κοντή γυναίκα· το φθαρμένο στρίφωμα ήταν τόσο κοντό που έδειχνε τα γερά παπούτσια της, κι οι τρύπες στα μανίκια και στο ντεκολτέ έδειχναν τα σημεία απ’ όπου είχαν βγει τα δαντελένια στολίσματα. «Σου μιλάω ειλικρινά», πληροφορούσε μια γυναίκα που ξεδιάλεγε το δίσκο της, «εμφανίστηκαν Τρόλοκ γύρω από την πόλη. Α, ναι, αυτό το πράσινο τονίζει τα μάτια σου. Εκατοντάδες Τρόλοκ και...»
Η Εγκουέν σχεδόν κοντοστάθηκε. Αν είχε ειδωθεί έστω κι ένας Τρόλοκ κοντά στην πόλη, οι Αελίτες θα το ήξεραν πολύ πριν γίνει κουτσομπολιό στους δρόμους. Ευχήθηκε να κουτσομπόλευαν οι Σοφές. Εντάξει, το έκαναν μερικές φορές, αλλά μόνο για άλλους Αελίτες. Κατά την άποψη των Αελιτών, τίποτα απ’ όσα έκαναν οι υδρόβιοι δεν ήταν ενδιαφέρον. Η Εγκουέν, όμως, από τη στιγμή που μπορούσε να πετιέται στο γραφείο της Ελάιντα στον Τελ’αράν’ριοντ όποτε ήθελε και να διαβάζει τα γράμματά της, είχε συνηθίσει να ξέρει τι συνέβαινε στον κόσμο.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι κοίταζε αλλιώς τριγύρω της, ότι κοίταζε αλλιώς τα πρόσωπα των ανθρώπων. Υπήρχαν πληροφοριοδότες των Άες Σεντάι στην Καιρχίν, αυτό ήταν σίγουρο όσο κι ότι ίδρωνε. Σίγουρα η Ελάιντα λάμβανε μια αναφορά την ημέρα με περιστέρι από την Καιρχίν, αν όχι περισσότερες. Κατάσκοποι του Πύργου, κατάσκοποι των Άτζα, κατάσκοποι μεμονωμένων Άες Σεντάι. Υπήρχαν παντού, συχνά εκεί που δεν τους περίμενες, εκείνοι που δεν περίμενες. Γιατί, άραγε, αυτοί οι δύο ακροβάτες στέκονταν άπραγοι εκεί; Ήθελαν να πάρουν μιαν ανάσα ή μήπως την παρακολουθούσαν; Οι ακροβάτες ανέλαβαν πάλι δράση κι ο ένας πήδηξε να σταθεί με τα χέρια στους ώμους του άλλου.