Μια κατάσκοπος του Κίτρινου Άτζα κάποτε είχε προσπαθήσει να απαγάγει την Ηλαίην και την Νυνάβε και να τις πάει στην Ταρ Βάλον, κατόπιν διαταγών που είχε δώσει η Ελάιντα. Η Εγκουέν δεν ήξερε αν η Ελάιντα ήθελε συγκεκριμένα και την ίδια, αλλά θα ήταν ανόητο να υποθέτει το αντίθετο. Η Εγκουέν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Ελάιντα θα συγχωρούσε κάποια που δούλευε στενά με τη γυναίκα την οποία είχε καθαιρέσει.
Επ’ αυτού, κάποιες από τις Άες Σεντάι του Σαλιντάρ πρέπει να είχαν κι εκείνες πληροφοριοδότες εδώ. Αν έφτανε στ’ αυτιά τους κουβέντα για την «Εγκουέν Σεντάι του Πράσινου Άτζα...» Ο καθένας μπορεί να ήταν πληροφοριοδότης. Η κοκαλιάρα στην είσοδο του καταστήματος, που έδειχνε να περιεργάζεται ένα τόπι σκούρου γκρίζου υφάσματος. Ή η ατημέλητη γυναίκα που στεκόταν νωθρά πλάι στην πόρτα του καπηλειού κι έκανε αέρα στο πρόσωπο με την ποδιά της. Ή ο χοντρός που έσπρωχνε ένα καροτσάκι φορτωμένο πίτες — Γιατί την κοίταζε τόσο παράξενα; Της ήρθε να τρέξει στην πλησιέστερη εξωτερική πύλη των τειχών.
Αυτός που την έκανε να σταματήσει ήταν εκείνος ο χοντρός ή, για την ακρίβεια, ο τρόπος που προσπάθησε να κρύψει τις πίτες με τα χέρια του. Την κοίταζε επειδή τον κοίταζε αυτή. Μάλλον φοβόταν μήπως η Αελίτισσα «άγρια» του έπαιρνε το εμπόρευμα χωρίς να πληρώσει.
Η Εγκουέν γέλασε αδύναμα. Αελίτισσα. Ακόμα κι οι άνθρωποι που την κοίταζαν καταπρόσωπο την περνούσαν για Αελίτισσα. Ένας πράκτορας του Πύργου που έψαχνε γι’ αυτήν, θα την προσπερνούσε. Νιώθοντας πολύ καλύτερα, συνέχισε να περιπλανιέται στους δρόμους, στήνοντας αυτί όπου μπορούσε.
Το πρόβλημα ήταν ότι είχε συνηθίσει να ξέρει πράγματα βδομάδες ή και μέρες αφότου είχαν συμβεί, με τη βεβαιότητα ότι είχαν συμβεί. Μια φήμη μπορεί να διέσχιζε εκατό μίλια σε μια μέρα ή να αργούσε ένα μήνα, και κάθε μέρα γεννούσε δέκα κόρες. Σήμερα η Εγκουέν είχε μάθει ότι η Σιουάν είχε εκτελεστεί επειδή είχε ξεσκεπάσει το Μαύρο Άτζα, ότι η Σιουάν ανήκε στο Μαύρο και ζούσε ακόμα, ότι το Μαύρο Άτζα είχε διώξει από τον Πύργο όσες δεν ήταν Μαύρες αδελφές. Αυτές δεν ήταν καινούριες φήμες, απλώς παραλλαγές των παλιών. Μια καινούρια ιστορία, που εξαπλωνόταν σαν φωτιά σε ξερό λιβάδι, ήταν ότι ο Πύργος ήταν πίσω από όλους τους ψεύτικους Δράκοντες· αυτό την έκανε να θυμώσει τόσο που έφευγε μουδιασμένη κάθε φορά που την άκουγε. Κατέληξε να φεύγει μουδιασμένη από πολλά μέρη. Άκουσε ότι οι Αντορινοί στο Αρινγκίλ είχαν ανακηρύξει βασίλισσα κάποια αριστοκράτισσα —Ντύλιν, Ντέλιν, το όνομα ποικίλλε— τώρα που η Μοργκέις ήταν νεκρή, κάτι που ίσως να ήταν αλήθεια, κι ότι οι Άες Σεντάι τριγυρνούσαν στο Άραντ Ντόμαν κι έκαναν απίστευτα πράγματα, κάτι που σίγουρα ήταν ανακριβές. Ο Προφήτης ερχόταν στην Καιρχίν· ο Προφήτης είχε στεφθεί Βασιλιάς της Γκεάλνταν — όχι, της Αμαδισία· ο Αναγεννημένος Δράκοντας είχε σκοτώσει τον Προφήτη επειδή είχε βλασφημήσει. Οι Αελίτες έφευγαν μαζικά· όχι, σκόπευαν να εγκατασταθούν για τα καλά. Η Μπερελαίν θα στεφόταν στο Θρόνο του Ήλιου. Ένας κοκαλιάρης ανθρωπάκος με ύπουλο βλέμμα παραλίγο θα έτρωγε της χρονιάς του από το κοινό του έξω από μια ταβέρνα, επειδή είχε πει ότι ο Ραντ ήταν ένας από τους Αποδιωγμένους, όμως εκεί η Εγκουέν παρενέβη χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Δεν έχετε τιμή;» ρώτησε να μάθει παγερά. Οι τέσσερις άνδρες με τα τραχιά πρόσωπα που ετοιμάζονταν να αρπάξουν τον ξερακιανό, την κοίταξαν βλεφαρίζοντας. Ήταν Καιρχινοί και δεν την ξεπερνούσαν πολύ στο μπόι, μα ήταν πιο ογκώδεις, με σπασμένες μύτες και βουλιαγμένες αρθρώσεις στα δάχτυλα, που έδειχναν ότι ήταν μαθημένοι στους καυγάδες, μα αυτή τους ακινητοποίησε μονάχα με την έντασή της. Κι επίσης με την παρουσία των Αελιτών στο δρόμο· δεν ήταν τόσο βλάκες που να πιαστούν στα χέρια με μια Αελίτισσα, όπως τη θεωρούσαν, υπό αυτές τις συνθήκες. «Αν πρέπει να τα βάλετε με έναν άνδρα γι’ αυτά που λέει, τότε αντιμετωπίστε τον ένας-ένας, με τιμή. Δεν έχουμε μάχη εδώ· τον εαυτό σας ντροπιάζετε που τα βάζετε τέσσερις με έναν».
Την κοίταζαν σαν να της είχε στρίψει, και σιγά-σιγά το πρόσωπό της κοκκίνισε. Ευχήθηκε να το περνούσαν για δείγμα θυμού. Δεν τους είχε κατηγορήσει που τα έβαζαν με κάποιον αδύνατο, αλλά που δεν τον άφηναν να τους πολεμήσει έναν-έναν. Μόλις τους είχε κάνει κήρυγμα που δεν τηρούσαν το τζι’ε’τόχ. Φυσικά, αν το τηρούσαν, δεν θα υπήρχε λόγος για το κήρυγμα.
Ένας άνδρας έσκυψε το κεφάλι σε μια απομίμηση υπόκλισης. Η μύτη του όχι μόνο ήταν στραβή, αλλά επίσης έλειπε η κορυφή της. «Ε... το έχει σκάσει πια... ε... κυρά. Μήπως μπορούμε να φύγουμε κι εμείς;»