Ήταν αλήθεια· ο κοκαλιάρης είχε αξιοποιήσει τον αντιπερισπασμό που του είχε προσφέρει για να το σκάσει. Ένιωσε μέσα της περιφρόνηση για μια στιγμή. Ακούς εκεί να το βάζει στα πόδια επειδή φοβόταν να αντιμετωπίσει τέσσερις. Πώς άντεχε τη ντροπή; Μα το Φως, να που σκεφτόταν πάλι σαν Αελίτισσα.
Άνοιξε το στόμα της να πει ότι βεβαίως και μπορούσαν να φύγουν — και δεν βγήκε ούτε άχνα. Εκείνοι θεώρησαν τη σιωπή της συγκατάβαση ή ίσως πρόφαση κι απομακρύνθηκαν βιαστικά, όμως αυτή σχεδόν δεν τους έδωσε σημασία. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί σε ένα έφιππο άγημα που ανηφόριζε το δρόμο.
Δεν αναγνώριζε τους περίπου δώδεκα στρατιώτες με τους πράσινους μανδύες που άνοιγαν δρόμο στο πλήθος, όμως αυτές τις οποίες συνόδευαν ήταν ένα άλλο ζήτημα. Μπορούσε να δει μόνο τις πλάτες των γυναικών —πρέπει να ήταν πέντε ή έξι ανάμεσα στους στρατιώτες—, μέρη από τις πλάτες τους, αλλά αυτό έφτανε. Έφτανε και με το παραπάνω. Οι γυναίκες φορούσαν ελαφρούς μανδύες για τη σκόνη, λινούς σε αποχρώσεις ανοιχτού καφέ χρώματος, κι η Εγκουέν έπιασε τον εαυτό της να ατενίζει τον κατάλευκο δίσκο που ήταν κεντημένος στην πλάτη εκείνων των μανδυών. Μόνο η κλωστή ξεχώριζε τη λευκή Φλόγα της Ταρ Βάλον από τη λευκή μπορντούρα που έδειχνε το Λευκό Άτζα. Το μάτι της έπιασε επίσης πράσινο χρώμα, και κόκκινο. Κόκκινο! Πέντε ή έξι Άες Σεντάι, που προχωρούσαν ιππαστί προς το Βασιλικό Παλάτι, όπου ένα αντίγραφο του Λάβαρου του Δράκοντα κυμάτιζε με απότομα τινάγματα σε ένα βαθμιδωτό πύργο πλάι σε μια πορφυρή σημαία του Ραντ που έφερε το πανάρχαιο σύμβολο των Άες Σεντάι. Μερικοί ονόμαζαν αυτή τη σημαία Λάβαρο του Δράκοντα κι άλλοι Λάβαρο του αλ’Θόρ ή κι Αελίτικο Λάβαρο, κι μία ακόμη ντουζίνα ονόματα εκτός αυτών.
Στριμώχτηκε στην κοσμοσυρροή, τις ακολούθησε περίπου για είκοσι βήματα κι ύστερα σταμάτησε. Αφού υπήρχε μια Κόκκινη αδελφή —είχε δει τουλάχιστον μία— αυτό σήμαινε ότι ήταν η από καιρό αναμενόμενη πρεσβεία από την Πύργο, εκείνη για την οποία η Ελάιντα είχε γράψει ότι θα συνόδευε τον Ραντ στην Ταρ Βάλον. Είχαν περάσει πάνω από δυο μήνες από τότε που είχε φτάσει εκείνη η επιστολή με έναν κατάκοπο αγγελιοφόρο· αυτή η ομάδα πρέπει να είχε φύγει λίγο καιρό αργότερα.
Δεν θα έβρισκαν τον Ραντ —εκτός αν είχε τρυπώσει απροειδοποίητα· η Εγκουέν είχε συμπεράνει ότι ο Ραντ με κάποιον τρόπο είχε ανακαλύψει εκ νέου το Ταλέντο που λεγόταν Ταξίδεμα, αλλά αυτό δεν τη βοηθούσε να βρει πώς το έκανε— αλλά όμως, είτε έβρισκαν τον Ραντ είτε όχι, δεν έπρεπε να βρουν την Εγκουέν. Το καλύτερο που μπορούσε να περιμένει ήταν ότι θα την μάζευαν από κοντά, σαν Αποδεχθείσα που είχε φύγει από τον Πύργο δίχως πλήρη αδελφή για να την επιβλέπει — κι αυτό μόνο αν δεν την έψαχνε η Ελάιντα. Αλλά ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση θα την έσερναν πίσω στον Πύργο και την Ελάιντα· δεν έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να αντισταθεί σε πέντε ή έξι Άες Σεντάι.
Έριξε μια τελευταία ματιά στις Άες Σεντάι που απομακρυνόταν, μάζεψε τα φουστάνια της κι έτρεξε, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στους ανθρώπους, πέφτοντας πάνω τους μερικές φορές, σκύβοντας κάτω από τις μύτες των αλόγων που τραβούσαν κάρα ή άμαξες. Θυμωμένες φωνές την ακολούθησαν. Όταν, επιτέλους, πέρασε με φούρια από μια από τις ψηλές πύλες με τις τετράγωνες καμάρες, ο καυτός άνεμος τη χτύπησε κατάμουτρα. Χωρίς το εμπόδιο των κτηρίων, ο αέρας μετέφερε σύννεφα σκόνης που την έκαναν να βήξει, όμως αυτή συνέχισε να τρέχει, ώσπου έφτασε στις χαμηλές σκηνές των Σοφών.
Δοκίμασε έκπληξη βλέποντας ότι έξω από τη σκηνή της Άμυς στεκόταν μια γκρίζα φοράδα με γυαλιστερό τρίχωμα, χρυσοστόλιστη σέλα και χαλινάρια, στη φροντίδα ενός γκαϊ’σάιν που είχε το βλέμμα σκυμμένο και το σήκωνε μόνο όταν χάιδευε το περήφανο ζώο. Μπαίνοντας μέσα, η Εγκουέν βρήκε τον αναβάτη του αλόγου, την Μπερελαίν, να σιγοπίνει τσάι παρέα με την Άμυς και τη Μπάιρ και τη Σορίλεα, καθώς όλες ήταν ξαπλωμένες σε πολύχρωμα μαξιλαράκια με κρόσσια. Μια γυναίκα με λευκό χιτώνα, η Ροντέρα, στεκόταν γονατιστή παράμερα και περίμενε ταπεινά να ξαναγεμίσει τα φλιτζάνια τους.
«Υπάρχουν Άες Σεντάι στην πόλη», είπε η Εγκουέν μόλις βρέθηκε μέσα, «και κατευθύνονται προς το Παλάτι του Ήλιου. Πρέπει να είναι η αντιπροσωπεία της Ελάιντα για τον Ραντ».
Η Μπερελαίν σηκώθηκε όρθια με χάρη· η Εγκουέν αναγκάστηκε να παραδεχτεί, έστω κι απρόθυμα, ότι η γυναίκα ήταν χαριτωμένη στις κινήσεις της. Και το φόρεμα ιππασίας της ήταν σεμνό, διότι ακόμα κι αυτή δεν θα έβγαινε στον ήλιο με το άλογο ντυμένη με τα ρούχα που συνήθιζε να φορά. Οι άλλες σηκώθηκαν μαζί της. «Φαίνεται πως πρέπει να επιστρέψω στο παλάτι», αναστέναξε. «Μόνο το Φως ξέρει τι θα πουν αν δεν είναι κανείς εκεί να τις υποδεχτεί. Άμυς, αν ξέρεις πού είναι ο Ρούαρκ, μπορείς να του στείλεις μήνυμα να με συναντήσει;»