«Πιστεύεις ότι θα προσπαθήσουν να σου κάνουν κακό;» ρώτησε η Μπάιρ, κι η Εγκουέν ένευσε.
«Αν ανακαλύψουν πως βρίσκομαι εδώ...» Ήπιε το τσάι μέντας σε μια προσπάθεια να κρύψει το ρίγος που την είχε καταλάβει. Είτε ως μοχλός πίεσης για τον Ραντ, είτε ως ακηδεμόνευτη Αποδεχθείσα, θα έκαναν τα πάντα για να τη σύρουν στον Πύργο. «Δεν θα με αφήσουν ελεύθερη, αν περνά από το χέρι τους. Η Ελάιντα δεν θέλει τον Ραντ να ακούει οποιαδήποτε εκτός από κείνη». Η Μπάιρ κι η Άμυς αντάλλαξαν σκοτεινές ματιές.
«Τότε η απάντηση είναι απλή». Η Σορίλεα μιλούσε λες κι είχαν αποφασιστεί όλα. «Θα μείνεις στις σκηνές, κι έτσι δεν θα σε βρουν. Ούτως ή άλλως οι Άες Σεντάι αποφεύγουν τις Σοφές. Αν μείνεις μερικά χρόνια μαζί μας, θα σε κάνουμε μια εξαιρετική Σοφή».
Της Εγκουέν παραλίγο θα της έπεφτε το φλιτζάνι. «Με κολακεύεις», είπε με προσοχή, «αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να φύγω». Η Σορίλεα δεν φάνηκε να πείθεται. Η Εγκουέν είχε μάθει να μην υποχωρεί μπροστά στην Άμυς και την Μπάιρ, ως ένα σημείο, αλλά με τη Σορίλεα...
«Μάλλον θα αργήσει αυτή η στιγμή», της είπε η Μπάιρ με ένα χαμόγελο, για να απαλύνει το σχόλιο της. «Έχεις ακόμα πολλά να μάθεις».
«Ναι, κι ανυπομονεί να ξαναρχίσει», πρόσθεσε η Άμυς. Η Εγκουέν πάσχισε να μην κοκκινίσει, κι η Άμυς έσμιξε τα φρύδια. «Έχεις παράξενη όψη. Μήπως παρακουράστηκες σήμερα; Ήμουν σίγουρη ότι είχες αναρρώσει αρκετά για να—»
«Ανάρρωσα», έσπευσε να πει η Εγκουέν. «Ειλικρινά. Μέρες έχει να με πιάσει πονοκέφαλος. Φταίει η σκόνη, που γύρισα τρέχοντας. Και το πλήθος στην πόλη ήταν πιο πυκνό απ’ όσο θυμόμουν. Κι ήμουν τόσο ενθουσιασμένη, ώστε δεν έφαγα καλό πρωινό».
Η Σορίλεα έκανε νόημα στη Ροντέρα. «Φέρε λίγο μελόψωμο, αν έμεινε, και τυρί, κι ό,τι φρούτο βρεις». Χτύπησε με το δάχτυλο την Εγκουέν στα πλευρά. «Η γυναίκα πρέπει να είναι ψωμωμένη». Αυτό το έλεγε μια γυναίκα που έμοιαζε να έχει μείνει στον ήλιο τόσο που η σάρκα της είχε ξεραθεί.
Η Εγκουέν δεν θα αρνιόταν να φάει κάτι —το πρωί δεν είχε μπορέσει να φάει από την έξαψη— όμως η Σορίλεα την παρακολουθούσε να μασά κάθε μπουκιά, κι αυτό το στυλωμένο βλέμμα τη δυσκόλευε να καταπιεί. Αυτό και το γεγονός ότι ήθελαν να συζητήσουν τι έπρεπε να κάνουν με τις Άες Σεντάι. Αν οι Άες Σεντάι ήταν εχθρικές απέναντι στον Ραντ, έπρεπε να τις παρακολουθούν, και να βρουν τρόπο να τον προφυλάξουν. Ακόμα κι η Σορίλεα ένιωθε κάποια ταραχή στο ενδεχόμενο να έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τις Άες Σεντάι —δεν φοβόταν· η ταραχή οφειλόταν στο ότι παραβίαζαν το έθιμο τους — αλλά έπρεπε να γίνει ό,τι ήταν αναγκαίο για να προστατευτεί ο Καρ’α’κάρν.
Όσο για την Εγκουέν, αυτή ανησυχούσε μήπως μετέτρεπαν σε ρητή διαταγή την προτροπή της Σορίλεα να μείνει στο στρατόπεδο. Δεν θα υπήρχε τρόπος να ξεφύγει τότε, δεν θα κατάφερνε να αποφύγει πενήντα μάτια, παρά μόνο αν έμενε μέσα στη σκηνή της. Πώς κατάφερνε ο Ραντ να Ταξιδεύει; Οι Σοφές θα έκαναν ό,τι ήταν ανάγκη, αρκεί να μην έθιγε το τζι’ε’τόχ. Μπορεί οι Σοφές να το ερμήνευαν διαφορετικά εδώ κι εκεί, αλλά τηρούσαν την ερμηνεία τους πεισματικά σαν τους υπόλοιπους Αελίτες. Μα το Φως, η Ροντέρα ήταν Σάιντο, μια από τους χιλιάδες που είχαν αιχμαλωτιστεί στη μάχη που είχε διώξει τους Σάιντο από την πόλη, όμως οι Σοφές δεν της φέρονταν διαφορετικά απ’ όσο τους άλλους γκαϊ’σάιν, κι, απ’ ό,τι έβλεπε η Εγκουέν, η Ροντέρα δεν φερόταν διαφορετικά από τους άλλους γκαϊ’σάιν, ούτε στο παραμικρό. Δεν θα παραβίαζαν το τζι’ε’τόχ, όση ανάγκη κι αν υπήρχε.
Ευτυχώς, το θέμα δεν επανήλθε. Δυστυχώς, επανήλθε το ερώτημα για την υγεία της. Οι Σοφές δεν ήξεραν από Θεραπεία, ούτε πώς να εξετάζουν την υγεία κάποιου με τη Δύναμη. Αντί γι’ αυτό, έψαχναν με δικές τους μεθόδους. Μερικές έμοιαζαν γνώριμες από τότε που η Εγκουέν μαθήτευε στη Νυνάβε για να γίνει Σοφία: την κοίταζαν στα μάτια, ακροάζονταν την καρδιά της μέσα από έναν κούφιο ξύλινο σωλήνα. Μερικές ήταν χαρακτηριστικά Αελίτικες. Άγγιζε τα δάχτυλα των ποδιών της ώσπου ένιωσε ζαλάδα, χοροπήδησε επιτόπου ώσπου της φάνηκε ότι τα μάτια της θα πετάγονταν από το κεφάλι της, έτρεξε γύρω από τις σκηνές των Σοφών ώσπου άρχισε να βλέπει αστράκια στα μάτια της, και τότε μια γκαϊ’σάιν της έχυσε νερό στο κεφάλι, ήπιε όσο μπορούσε να αντέξει, ανασήκωσε τα φουστάνια και συνέχισε να τρέχει. Οι Αελίτες πίστευαν στη σκληραγωγία. Αν έτρεχε έστω κι ελάχιστα πιο αργά, αν τρέκλιζε και σταματούσε πριν της το επιτρέψει η Άμυς, τότε θα συμπέραιναν ότι δεν είχε ανακτήσει πλήρως την υγεία της.